Κυριακή, 20 Ιουλίου 2008

ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ:η ιδεολογικήχρήση της Ιστορίας

Στη συζητηση που πραγματοποιηθηκε την Πεμπτη 17 Ιουλιου στην φιλοσοφικη σχολη
συμμετειχαν οι :

ΤΑΣΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΛΕΩΝΙΔΑΣΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ
ΔΗΜΗΤΡΗΣΛΙΘΟΞΟΟΥ



Ακολουθει ενα Παράρτημα:Μικρό ανθολόγημα από πηγές







Έκδοση τηςΚΙΝΗΣΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ Ιστορικού- αρχ/κού

Β΄ Έκδοση –Αθήνα, Μάιος 1992





Η μικρή αυτή έκδοση (όπως και η οργάνωση της συζήτησης που έγινε στη Φιλοσοφικήσχολή στις 21 Φεβρ.) [όλα όσαπεριλαμβάνονται εδώ είναι από απομαγνητοφώνηση, δεν υπήρχαν γραπτά κείμενα, μελίγες μόνο φραστικές αλλαγές και περικοπές. Γι’ αυτό και ο λόγος έχειαναπόφευκτα έναν προφορικό χαρακτήρα] δεν αποσκοπεί στο να δώσει μία πλήρηή οριστική απάντηση στο Μακεδονικό Ζήτημα, ούτε βέβαια στο ζήτημα τουεθνικισμού. Θέλει όμως, μέσα στην καταθλιπτική ομοφωνία που επικρατεί σήμερα,τόσο στα μέσα ενημέρωσης, όσο και στους «επιστημονικούς κύκλους» να δείξει ότιη πραγματικότητα ίσως δεν είναι καθόλου έτσι όπως παρουσιάζεται, αρκεί κανείςνα ψάξει λίγο, με ανοιχτό μυαλό βέβαια και χωρίς παρωπίδες. Για το σκοπό αυτόάλλωστε προσθέσαμε και ένα μικρό «ανθολόγημα» - ενδεικτικών απλώς –αποσπασμάτων από πηγές, πηγές που είναι όλες τους στην ουσία κείμενα τουελληνικού εθνικισμού.
Αποτελεί λοιπόν αυτή η έκδοση μία πρόκληση. Πρόκληση γιαπαραπέρα συζήτηση, πρόκληση για βαθύτερη συζήτηση. Ξέρουμε ότι πολλοί θα μαςπουν ότι «αντικειμενικά οι απόψεις που παρουσιάζονται εδώ βοηθούν τους εχθρούςτης πατρίδας». Οι δικές τους βέβαια (υποτίθεται) έχουν ακριβώς τον αντίθετοστόχο: Γι’ αυτούς, ακόμα και αν πρόκειται για επαγγελματίες ιστορικούς,πανεπιστημιακούς, ή διανοούμενους κύριους, «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».
Αν όμως τα «μέσα» είναι στην προκειμένη περίπτωση η κατάβούληση χρήση της «Ιστορίας», ο «σκοπός» ποιος είναι; Ας το σκεφτούν αυτό πολύκαλά οι κ.κ. καθηγητές. Δεν είναι απλά ζήτημα επιστημονικής ευαισθησίας ήπροσωπικής αξιοπρέπειας. Όταν ο «σκοπός» επιτευχθεί, όταν θα έχουν συμβάλειδηλαδή κι αυτοί (γιατί χρειάζεται κι αυτωνών το «κύρος») στο να πεισθεί οελληνικός λαός για τα «ιστορικά του δίκαια» και για τις «απειλές» πουκαραδοκούν, να πεισθεί τόσο βαθιά ώστε να αφεθεί να τον οδηγήσουν σεαυτοκαταστροφικές ενέργειες, τότε κι οι ίδιοι θα έχουν ένα μεγάλο μερίδιοευθύνης, μεγαλύτερο ίσως και από των πολιτικών.
Μάρτιος 1992














Τάσος Κωστόπουλος
(Η άλλη όψη του Μακεδονικού Αγώνα)

Τι νόημα έχει ν’ ασχολείται κανείςσήμερα με το Μακεδονικό και μάλιστα όχι μονάχα με τις διαστάσεις του ως έναζήτημα τρέχουσας εξωτερικής πολιτικής, αλλά να ανατρέχει στις ρίζες και στηνιστορία του ζητήματος; Ο πρώτος είναι δίχως αμφιβολία ότι το θέτει η συγκυρία.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι αυτό τοζήτημα παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες σε σχέση με την αστική ιδεολογία στηχώρα μας. Υπήρξε η αιχμή του δόρατος της ελληνικής εθνικιστικής ιδεολογίας (όχιμόνο της ελληνικής άλλωστε, αλλά και των περισσότερων από τις γειτονικέςβαλκανικές), ταυτόχρονα όμως αποτελεί και την αχίλλειο πτέρνα αυτής τηςιδεολογίας. Κι αυτό γιατί, σε αντίθεση με κάποιες άλλες πτυχές των εθνικώνμύθων στην Ελλάδα, αυτή είναι η πιο ευάλωτη σε μια στοιχειώδη ορθολογική μελέτηπου αντιμετωπίζει τα γεγονότα ως τέτοια, χωρίς να προϋποθέτει την επένδυσή τουςμε ιδεολογικούς μύθους όπως αυτοί που μαθαίνουμε στο σχολείο.

Γιατο φαινόμενο του έθνους
Πριν μπω σε αυτό το θέμα, τηςσυγκεκριμένης δηλ. εξέτασης της ιστορικής πορείας του Μακεδονικού, θα ήτανκαλύτερο από μεθοδολογική άποψη να επισημάνω ορισμένα πράγματα γύρω από τηνέννοια του έθνους.
Το εθνικό φαινόμενο υπάρχει. Τοβλέπουμε όλοι γύρω μας: 1.000.000 ή 500.000 ή 300.000 άνθρωποι (ο ακριβήςαριθμός δεν έχει και τόση σημασία) που δε θα κατεβαίνανε στο δρόμο σε καμιάάλλη περίπτωση, συγκεντρώθηκαν πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη σε ένα μεγάλοσυλλαλητήριο το οποίο όσο κι αν οργανώθηκε από το κράτος, όσο κι αν κουβάλησαντα σχολεία με τις παλιές γνωστές μεθόδους (ο δάσκαλος και η σημαία μπροστά καιοι μαθητές από πίσω) παρ’ όλα αυτά αποτελεί γεγονός. Συνδικάτα, κοινωνικοίφορείς, πνευματικοί άνθρωποι, όλοι στρατεύονται – με εισαγωγικά ή χωρίς. Αυτόάλλωστε τo ‘χουμε δει όχι μόνο στη χώραμας, το βλέπουμε και στα γειτονικά βαλκανικά κράτη, το βλέπουμε στην πρώηνΕΣΣΔ, το βλέπουμε λίγο – πολύ παντού. Άρα, αυτό το πράγμα που κινητοποιεί τόσοκόσμο έχει μια υπαρκτή οντότητα, κάπου πατάει, δε μπορεί να αποτελεί απλώςφενάκη. Με δυο λόγια μας υποβάλλει το ίδιο το ερώτημα, μας καλεί ναδιερευνήσουμε τη φύση του. Πώς θα ορίσει κανείς το εθνικό φαινόμενο και τοέθνος; Με βάση τη γλώσσα; Οι Αμερικανοί, οι Αυστραλοί, οι Εγγλέζοι μιλάνε τηνίδια γλώσσα χωρίς να αποτελούν ενιαίο έθνος. Το ίδιο συμβαίνει και με τουςΓερμανούς, τους Αυστριακούς και τους περισσότερους Ελβετούς. Ακόμα χειρότερα,οι Σέρβοι και οι Κροάτες μιλάνε την ίδια γλώσσα, με καμιά εκατοστή λέξειςδιαφορά, κι όμως εδώ και δυο αιώνες αλληλομισιούνται και σφάζει ο ένας τονάλλο.
Δεν είναι σίγουρα κριτήριο η θρησκεία.Όλα τα Βαλκάνια σχεδόν είναι ορθόδοξα, αλλά δόξα τω Θεώ μεταξύ ορθόδοξων έχουνγίνει οι μεγαλύτερες αλληλοσφαγές που μπορεί να φανταστεί κανείς. Ούτε ησυγγένεια του αίματος, ωστόσο μπορεί να είναι το κριτήριο, όπως ήθελε κάποιαπαραδοσιακή σχολή που στις ακραίες της συνέπειες έφτασε στο Ναζισμό. Όποιοςψάχνει να βρει «καθαρό αίμα» μάλλον είναι βαθιά ιδεολογικά προκατειλημμένος,αφού οι επιμειξίες και οι μετακινήσεις πληθυσμών είναι σταθερό χαρακτηριστικότης ανθρώπινης ιστορίας.
Απομένει η σφαίρα της ιδεολογίας καιτου πολιτισμού. Σε σχέση μ’ αυτήν, υπάρχουν πολλές απόπειρες ερμηνείας τουεθνικού φαινομένου.
Η παραδοσιακή αντίληψη, αυτή πουμαθαίνουμε στο σχολείο λέει ότι το έθνος είναι «η ιστορική συνέχεια της φυλής διαμέσω των αιώνων». Αυτή η έννοια της «φυλής» επιδέχεται πολλές διαφορετικέςερμηνείες. Μπορεί να τίθεται με καθαρά φυλετικούς όρους, αυτή όμως είναι η πιοαδύναμη εκδοχή. Οι ακραίες εκδοχές του εθνικισμού εμφανίστηκαν με αυτή τημορφή. Ο Χίτλερ λ.χ. μέτραγε με το υποδεκάμετρο την καθαρότητα του Γερμανικούέθνους και της Αρείας φυλής: αν δει κανείς τους περίφημους νόμους τηςΝυρεμβέργης, ανάλογα με το πόσο στραβή είναι η μύτη σου ή πόσο μεγάλο πηγούνιέχεις, σε τοποθετούσαν στην ανάλογη κατηγορία φυλετικής καθαρότητας – με τιςαντίστοιχες επιπτώσεις στην προσωπική και κοινωνική σου ζωή.
Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσειςη αναφορά στη «φυλή» υπονοεί κάποια χαρακτηριστικά πολιτιστικά και όχιφυλετικά, τη συνέχεια μιας πολιτιστικής παρακαταθήκης μοναδικής – κι εν πάσηπεριπτώσει σαφώς διακριτής από τις γειτονικές. Και αυτό το επιχείρημα μπορεί ναείναι πάρα πολύ ευάλωτο (ας δούμε λ.χ. το Θεόφιλο, που παρουσιάζεται σαν ηουσία του ελληνισμού, και πόσο η ίδια τεχνοτροπία συναντιέται συχνά στη λαϊκήζωγραφική γειτονικών μας λαών).
Η Αριστερά από την πλευρά της,ελάχιστα ασχολήθηκε στα σοβαρά με το εθνικό φαινόμενο. Έχοντας μια θεωρητικήανάλυση και μια στοχοθεσία βασισμένη στις κοινωνικές τάξεις και την ταξικήπάλη, αντιμετώπισε το έθνος και τα προβλήματα που δημιούργησε η ύπαρξή του(κατατεμαχισμός της παγκόσμιας εργατικής τάξης, επιμέρους «εθνικές ενότητες»που οδηγούσαν στην ποδηγέτηση των εργαζομένων από την άρχουσα τάξη, κλπ.)αποκλειστικά και μόνο στη βάση της τακτικής και της συγκυρίας – συνήθως ανάλογαμε το αν ένα κίνημα εμφάνιζε λιγότερο ή περισσότερο προοδευτικά χαρακτηριστικά.Ο Ένγκελς λ.χ. που στα χρόνια τηςΕλληνικής Επανάστασης έγραφε ύμνους υπέρ των προγόνων μας, στα χρόνια τουΚριμαϊκού πολέμου υποστηρίζει τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τοχτύπημα των εθνικών κινημάτων των βαλκανικών λαών, αυτών των «βαλκανικών νάνων»όπως τους ονομάζει σε κάποιο άρθρο του, διότι θεωρεί ως κατεξοχήν επικίνδυνοεχθρό τη Ρωσία και την τσαρική απολυταρχία και πιστεύει ότι ο Πανσλαβισμός καιτα εθνικά κινήματα των χριστιανικών λαών της Βαλκανικής είναι δυνάμειαντιδραστικά. Σε σχέση με τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, φοβάται ότιαποσχιστικές τάσεις των Σλάβων θα έχουν αρνητικά αποτελέσματα όσον αφορά τηνιστορική πρόοδο. Στο έργο του «Επανάσταση και Αντεπανάσταση στη Γερμανία»διατυπώνει μάλιστα την άποψη ότι μονάχα οι «ιστορικοί λαοί» -άντε το πολύ πολύοι Πολωνοί– έχουν το δικαίωμα αυτοτελούς κρατικής συγκρότησης κι ότι οι Τσέχοικαι οι Σλοβάκοι λ.χ., που δεν είχαν ποτέ συγκροτήσει κάποια φοβερήαυτοκρατορία, περίπου τιμή τους και καμάρι τους να αφομοιωθούν από το Γερμανικόέθνος. Λίγες δεκαετίες αργότερα, η ΡόζαΛούξεμπουργκ, που θα υποστηρίξει ένθερμα την απόσχιση των (αστικοποιημένωνκαι γι’ αυτό αντικειμενικά πιο προοδευτικών) χριστιανικών εθνοτήτων (όπως οιΈλληνες) από την οπισθοδρομική, ημιφεουδαρχική Οθωμανική Αυτοκρατορία, θααρνηθεί αυτό το δικαίωμα στους συμπατριώτες της Πολωνούς, επειδή επικεφαλής τουκινήματός τους βρισκόταν η αντιδραστική γεωκτητική ολιγαρχία. Σε αντίθεση με τηΡόζα, που πρότεινε τη συνεργασία Πολωνών και Ρώσων προλετάριων μέσα σε έναενιαίο κράτος, ο Λένιν θα ταχθεί υπέρτου δικαιώματος των Πολωνών στην αυτοδιάθεση προκειμένου να χτυπήσει τομεγαλορώσικο εθνικισμό, κ.ο.κ….
Κάποιοι άλλοι σοσιαλιστές, κυρίωςαυστρομαρξιστές, αντιμετώπισαν το έθνος σαν ένα επί το πλείστον πολιτιστικόφαινόμενο. Υποστήριξαν δηλ. την ενότητα του κρατικού σχηματισμού στην οποίαόμως οι πολιτιστικές ιδιαιτερότητες πρέπει να είναι ανεμπόδιστες και νακατοχυρώνονται μέσα από την αυτονομία και τη διάταξη των εθνοτήτων σε δημόσιεςεθνικές ενώσεις. Ο Στάλιν πάλι,εντεταλμένος από τον Λένιν και τη ρώσικη σοσιαλδημοκρατία, προσπαθεί να δώσειέναν ορισμό πιο σύνθετο, που σε τελική ανάλυση όμως είναι εξίσου πολιτικάπροσδιορισμένος. Η ύπαρξη του έθνους γι’ αυτόν προϋποθέτει την συνύπαρξητεσσάρων κοινών κριτηρίων: γλώσσας, εδάφους, οικονομικής ζωής και«ψυχοσύνθεσης». Αυτός ο ορισμός είναι εξαιρετικά περιοριστικός, αφήνει απ’ έξωπολλές περιπτώσεις ακόμα και «ιστορικών» εθνών που στερούνται κάποιο απ’ αυτάτα στοιχεία.
Μια πιο σύγχρονη και, κατά τη γνώμημου, πιο σωστή προσέγγιση αντιμετωπίζει το έθνος ως ιδεολογία, ως ιδεολογικόφαινόμενο και μάλιστα ως την κυρίαρχη μορφή ιδεολογίας στη σύγχρονη αστικήκοινωνία. Επισημαίνει κατ’ αρχήν την ιστορικότητα του φαινομένου: το έθνος μετην σημερινή του έννοια εμφανίζεται τους τελευταίους τρεις – τέσσερις αιώνες.Το Μεσαίωνα, μέχρι και στις αρχές των νεώτερων χρόνων, διάφοροι αυτοκράτορεςμπορούσαν να παντρεύουν την κόρη τους με το γιο του τάδε ηγεμόνα και να τηςδίνουν ως προίκα ολόκληρες χώρες, χωρίς να δούμε πουθενά να ξεσηκώνεται οπληθυσμός για να μείνει η περιοχή π.χ. στην Πολωνία ή στο Βασίλειο τηςΛιθουανίας και να μην πάει στην Αυστροουγγαρία ή τη Ρωσία.
Απεναντίας, τα εθνικά κινήματαεμφανίζονται σχετικά αργά. Πότε ακριβώς κάνουν την εμφάνισή τους τα έθνη είναιένα θέμα αρκετά συζητήσιμο. Πού ξεκινάει π.χ. το Γαλλικό έθνος; στην Ζαν Ντ’Αρκ; στον Καρλομάγνο; Στη Γαλλική Επανάσταση; Στα τέλη του περασμένου αιώνα,όταν πλέον όλος ο γαλλικός πληθυσμός ενοποιείται εθνικά; Μπορεί κανείς πάντωςνα επισημάνει ότι η διαδικασία διαμόρφωσης του έθνους ως «φανταστικήκοινότητα», ως συλλογική ταυτότητα, ακολουθεί ένα δρομολόγιο λίγο – πολύ κοινόσε όλες τις γνωστές περιπτώσεις. Το πρώτο βήμα σημειώνεται με τη συγκρότησηεθνικού κινήματος. Συνήθως προηγείται ένα πολιτιστικό κίνημα, με βάση τη γλώσσαή κάποια άλλα στοιχεία της κουλτούρας, και ακολουθεί ο σχηματισμός εθνικώνπυρήνων από διανοούμενους ζυμωμένους μ’ αυτή την εθνική ιδέα κι από μια μεγάλημάζα επαναστατών που μπορεί να μην έχει και μεγάλη σχέση μ’ αυτήν την ιδέα αλλάνα ξεσηκώνεται για άλλους, πολύ συγκεκριμένους λόγους. Στη Σερβία λ.χ. τωναρχών του 19ου αιώνα το σερβικό εθνικό κίνημα συγκροτείται γύρω απότσιφλικάδες που ανταγωνίζονται τους γενίτσαρους που έστελνε εκεί η Υψηλή Πύλη.Στην Ελλάδα, όπως όλοι ξέρουμε, κεντρικός πυρήνας του εθνικοαπελευθερωτικούκινήματος ήταν τα αστικά στρώματα που χτυπήθηκαν από την κρίση που ακολούθησετο τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων.
Σε μια δεύτερη φάση, το εθνικό κίνημαοδηγεί κάποια στιγμή στη συγκρότηση εθνικού κράτους. Αυτός ο στόχος αντανακλάσυνήθως την ανάγκη της αστικής τάξης (λέω αντανακλά για να αποφύγουμε μιαμηχανιστική ερμηνεία) για περιφραγμένη εσωτερική αγορά, για τη διείσδυση τωνεμπορευματικών σχέσεων στην ύπαιθρο όπου ως τότε επικρατούν άλλοι τρόποιπαραγωγής (φεουδαρχία, άλλες μορφές κλειστής οικονομίας, κλπ.). Συγκροτείταιλοιπόν το κράτος κι αφού συγκροτηθεί, οι ελίτ που ελέγχουν τους μηχανισμούς τουεγχαράσσουν την εθνική συνείδηση στη μάζα του πληθυσμού (που είναι κατά κύριολόγο αγροτικός και αυτοπροσδιορίζεται με βάση τοπικές και όχι εθνικέςσυλλογικές ταυτότητες) με μια σειρά ιδεολογικούς μηχανισμούς. Οι κυριότεροιείναι το σχολείο και η στρατιωτική θητεία, που μετακινεί τις μικρότερες γενιέςμέσα στη χώρα κα δημιουργεί στο μυαλό του 18χρονου αγρότη την αντίληψη τηςεθνικής επικράτειας, τον κάνει να ταυτιστεί με έναν χώρο πιο ευρύ από το χωριότου και την τριγύρω περιοχή. Άλλοι μηχανισμοί που επιτελούν την ίδια λειτουργίαείναι ο τύπος και, σε νεότερες εποχές, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο κι ητηλεόραση.
Αυτήη διαδικασία εθνικής ιδεολογικής εγχάραξης στηρίζεται πολιτικά στη διαμόρφωσητων συμφερόντων και του τρόπου ζωής των πιο δυναμικών κοινωνικών στρωμάτων τουνέου κράτους σε συμφωνία με την ύπαρξη του δεδομένου έθνους. Δεν είναι τυχαίοότι σε χώρες του Τρίτου Κόσμου, όπου οι φυλετικές δομές ήταν ακόμη λίγο- πολύάθικτες, όταν με την αποαποικιοποίηση δημιουργήθηκαν «εθνικά» κράτη η εξουσίαπέρασε όχι τόσο στα αστικά στρώματα όσο σε γραφειοκρατικές κάστες (στρατός,διοίκηση), η κοινωνική ισχύς και ύπαρξη των οποίων ταυτιζόταν με την ύπαρξη καιδιατήρηση του συγκεκριμένου κράτους.
Κλείνοντας αυτήν τηνεισαγωγή γύρω από το εθνικό φαινόμενο εν γένει, θα ήθελα να υπενθυμίσω τοβασικό συμπέρασμά της: το έθνος είναι μία έννοια ιδεολογική, μια συλλογικήταυτότητα βαθιά ριζωμένη στον πληθυσμό, η οποία αρχικά μεν καλλιεργείται από ταπάνω, αλλά από ένα σημείο και έπειτα «γίνεται κτήμα» των μαζών, αποκτά τη δικήτης δυναμική και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. Σ’ αυτή την εκπληκτικήικανότητα «αυτοσυντήρησής» της μπορεί να αποδοθεί και η δυνατότητα«αναθέρμανσης» των εθνικιστικών παθών ανά διαστήματα.

Εθνολογικήκαι κοινωνική κατάσταση των αρχών του αιώνα

Περνάμε τώρα στη Μακεδονία των αρχών του αιώνα. Ότανλέμε Μακεδονία καταρχήν δεν εννοούμε μόνο την ελληνική, εννοούμε την ευρύτερηγεωγραφική Μακεδονία, η οποία περιλαμβάνει και τη σημερινή ΓιουγκοσλαβικήΜακεδονία και τη σημερινή Βουλγαρική Μακεδονία- άσχετα με το αν οι Βούλγαροι δετη λένε σήμερα έτσι- καθώς και μια απροσδιόριστη έκταση της Αλβανίας. Ποικίλειαπό ερευνητή σε ερευνητή, από χάρτη σε χάρτη. Παρεπιπτόντως να θυμίσω ότι ηεπίσημη ελληνική άποψη σήμερα είναι ότι η Μακεδονία, το copyright, προέρχεται από την αρχαία Μακεδονία η οποίαταυτιζόταν λίγο – πολύ με την σημερινή ελληνική Μακεδονία και περιελάμβανε καιμια λωρίδα κατά μήκος των βορείων συνόρων μας. Όμως επί άλλα 1000 χρόνια, όλοτο Μεσαίωνα (όπως οι ίδιοι οι εθνικόφρονες ιστοριογράφοι, απόστρατοιαξιωματικοί κ.λ.π. έχουν καταγράψει σε επίσημες εκδόσεις) Μακεδονία ονομάζεταιμια περιοχή κυρίως στη Θράκη, γύρω από την Αδριανούπολη.
Η Μακεδονία, όπως και όλη η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεγνώριζε μέχρι τις αρχές του αιώνα την έννοια του έθνους. Η οργάνωση τουπληθυσμού γινόταν βάσει μιας θρησκευτικής κοινότητας, ενός θρησκευτικού«έθνους», του λεγόμενου μιλιέτ. Έτσι απογραφόταν ο πληθυσμός. Η ένταξη κάποιουανθρώπου σε κάποιο μιλιέτ καθόριζε τα βασικά στοιχεία της ζωής του, τη θέσηστον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, αρχικά τουλάχιστον.
Τα μιλιέτια στα Βαλκάνια ήταν αρχικά 4: το ΡουμΜιλιέτ, το ορθόδοξο με αρχηγό τον Πατριάρχη της Πόλης που ήταν και διοικητικόςυπάλληλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – ας μην το ξεχνάμε- ήταν ο αρμόδιος καιυπεύθυνος απέναντι στον Σουλτάνο για τους ορθόδοξους της αυτοκρατορίας,υπεύθυνος για την εκπαίδευσή τους, για τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, και ότανξεσηκώνονταν συχνά την πλήρωνε, όπως ο Γρηγόριος ο Ε΄.
Τα άλλα ήταν το μουσουλμανικό μιλιέτι, το εβραϊκό καιτο αρμένικο.
Όσοναφορά τη γλώσσα, αν μπορούσαμε να καθορίσουμε με βάση αυτήν την εθνολογικήσύνθεση, η κατανομή της στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του20ου έχει λίγο πολύ ως εξής: Στη Μακεδονία, με βάση και ελληνικέςπηγές, τα ελληνικά αποτελούν μητρική γλώσσα κυρίως στο Νότο, δηλ. στη ΔυτικήΜακεδονία (Γρεβενά, Ανασελίτσα, Σέρβια, Κοζάνη, Κατερίνη), στην περιοχή Σερρών,τη Χαλκιδική, τη Θάσο και τα παράλια. Στην ύπαιθρο, στα ορεινά, υπάρχουνκάποιες αλβανόφωνες ορθόδοξες και κάποιες βλάχικες κοινότητες. Εβραίοι υπάρχουνστις πόλεις, η Θεσσαλονίκη είναι κατεξοχήν εβραϊκή πόλη (το 40% είναι Εβραίοισύμφωνα με απογραφή των ελληνικών αρχών αμέσως μετά την κατάληψη της πόλης, το29% μουσουλμάνοι και το 25% ορθόδοξοι, κυρίως Έλληνες). Ο μεγάλος όγκος τουαγροτικού πληθυσμού μιλάει τα σλάβικα. Το μεγάλο επιστημονικό πρόβλημα τουπροσδιορισμού τους είναι ακριβώς η κατανομή των διαλέκτων επειδή οι σλάβικεςγλώσσες και διάλεκτοι είναι αρκετά συγγενείς η μία με την άλλη. Το ποια ακριβώςγλώσσα μιλάγανε σε κάθε μέρος, τα σέρβικα, τα βουλγάρικα ή κάποιες μακεδονικέςδιαλέκτους, είναι θέμα που συζητείται πάρα πολύ από τους επιστήμονες, χωρίς ναυπάρχει ομοφωνία. Ας σημειώσουμε εδώ ότι ένας δάσκαλος ή ένας παπάς που μιλούσεσέρβικα μπορούσε να αλλοιώσει μέσα σε 50 ή 60 χρόνια –ίσως και λιγότερα- τογλωσσικό ιδίωμα ολόκληρων περιοχών. Ένας Άγγλος δημοσιογράφος κι ερευνητής τωναρχών του αιώνα, ο Brailsford (ανταποκριτής της Guardian του Μάντσεστερ), επισήμανε ότι στην περιοχή τωνΣκοπίων λ.χ. χωριά σε λίγα χιλιόμετρα απόσταση μεταξύ τους μπορούσαν να μιλάνεδιαφορετικές διαλέκτους, γιατί το ένα είχε Σέρβο παπά και δάσκαλο για 50 χρόνιαενώ το άλλο Βούλγαρο.
Σχετικά τώρα με το φαινόμενο τηςδιγλωσσίας. Η διγλωσσία ή πολυγλωσσία είναι χαρακτηριστική των πληθυσμών της ΟθωμανικήςΑυτοκρατορίας γιατί υπάρχει κατ’ αρχήν η ανάγκη ενός ενιαίου γλωσσικού οργάνουγια την επικοινωνία, ιδιαίτερα για τα αστικά στρώματα. Οι έμποροι πουτριγυρίζουν την αυτοκρατορία χρειάζεται να μπορούν να επικοινωνήσουν μεπληθυσμούς που μιλάνε διαφορετικές γλώσσες ως μητρικές.
Ενιαίο γλωσσικό όργανο, πιο ισχυρό,είναι συνήθως η ελληνικά γλώσσα. Κι αυτό γιατί είναι πρώτα απ’ όλα η μόνηβαλκανική χριστιανική γλώσσα που έχει μια παράδοση γραπτή ισχυρή και ζώσα.Έπειτα είναι η γλώσσα της Εκκλησίας, άρα οι παπάδες που πρέπει να διαβάζουν τηλειτουργία στο χωριό τους ξέρουν κάμποσα ελληνικά. Αυτά μεταδίδονται με ταεκκλησιαστικά σχολεία δια μέσου των αιώνων, και κυριαρχούν στα εμπορικά κέντραόπου υπάρχει ελληνικός πληθυσμός. Και έτσι τα ελληνικά, ως η γλώσσα του παπάκαι του δάσκαλου, εγχαράσσονται στη συνείδηση του πληθυσμού σα γλώσσα ιεραρχικάανώτερη από τις άλλες, που είναι γλώσσες των χωρικών, των βοσκών, τωναγραμμάτων. Χαρακτηριστικό είναι ένα λεξικό τετράγλωσσο, δηλ. στα αρβανίτικα,στα βλάχικα, στα βουλγάρικα (ή σλαβομακεδόνικα – αυτό είναι συζητήσιμο) και σταελληνικά, που γράφεται το 1792 και εκδίδεται το 1803 από έναν μοναχό καιδάσκαλο, τον Δανιήλ τον Μοσχοπολίτη. Ξεκινά με το εξής καταπληκτικό στιχάκι:

Ρουμουνοι,Βούλγαροι, Αλβανοί
αλλόγλωσσοιχαρείτε
κι ετοιμαστείτε όλοι σας
Έλληνεςνα γινήτε
Βαρβαρικήναφήνοντας, γλώσσα, φωνή και ήθη
όπουστους απογόνους σας θα φαίνονται ως μύθοι.

Από ένα σημείο και ύστερα όλοι λίγοπολύ μιλάνε και 5-10 φράσεις τούρκικες. Γιατί αν σε πιάσει κάποιος μπέης πουδεν ξέρει γρι πέρα από τούρκικα ή αρβανίτικα, πρέπει να ξέρεις να του πεις«άφησέ με και μετά θα σου δώσω κάμποσα γρόσια» για να γλιτώσεις. Πρέπει ναμπορείς να συνεννοηθείς με τη διοίκηση.
Από τα μέσα του 19ου αιώνακαι μετά, σιγά – σιγά, και με την επίδραση των λογίων που έχουν σπουδάσει στηΒουλγαρία, δημιουργείται ανακλαστικά μια εθνική φιλολογική σχολή που πολεμάειενάντια στην ελληνική επιρροή, για την προώθηση των τοπικών γλωσσών. Όπως θαδούμε, οι κινήσεις αυτές πάνε παράλληλα με την ανάπτυξη εθνικής συνείδησης.
Η κοινωνική οργάνωση της Μακεδονίας είναιημιφεουδαρχική, όπως και του μεγαλύτερου μέρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.Υπάρχει άλλωστε έντονη αντίθεση πόλης – υπαίθρου. Στην ύπαιθρο κυριαρχεί σταπεδινά το σύστημα των τσιφλικιών και στα ορεινά η ελεύθερη γεωργία, μεδιακριτές μορφές ανά εθνική ομάδα: στους Έλληνες κυριαρχεί το κεφαλοχώρι, στουςΣλάβους η πατριαρχική οργάνωση (η ζάντρουγκα). Η εθνική συνείδηση του αγροτικούπληθυσμού, και ιδιαίτερα των σλαβόφωνων, είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Βασικάπροσδιορίζονται ως χριστιανοί ορθόδοξοι, υποτακτικοί του Πατριάρχη.
Η εγχάραξη μιας εθνικής συνείδησης, μετη σύγχρονη έννοια του όρου, από τα νεοσύστατα γειτονικά κράτη (Βουλγαρία,Σερβία, Ελλάδα και εν μέρει Ρουμανία) αποτελεί και την ουσία του Μακεδονικούπροβλήματος στην ιστορική του διάσταση.
Στο σημείο αυτό οι επίσημεςιστοριογραφίες (και η ελληνική και η βουλγαρική και η σημερινή τηςΓιουγκοσλαβικής Μακεδονίας και η ρουμανική) θέτουν το εξής ζήτημα: Έχουμεεκατοντάδες επαναστατικά κινήματα και εξεγέρσεις από το 1400 ή και το 1300μέχρι την απελευθέρωση, τα οποία πολεμάνε τον Τούρκο. Τι συμβαίνει; Αυτοί δενείχαν εθνική συνείδηση;
Εδώ πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοίκαι να αποφύγουμε να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα εκείνης της εποχής με βάση τιςμετέπειτα ιδεολογίες. Εγώ δεν είμαι καθόλου σίγουρος – μάλλον είμαι σίγουροςγια το ανάποδο – ότι όταν κάποιος χριστιανός ξεσηκώνεται, στα 1600 λ.χ.,ενάντια στους Τούρκους, παλεύει για να συγκροτήσει εθνικό κράτος. Πολύπερισσότερο πιστεύω ότι είναι οι συγκεκριμένες συνθήκες καταπίεσης αυτές πουπρέπει να δούμε. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Οθωμανοί είναι οι μόνοι που έχουν τοδικαίωμα – αυτό τους διαφοροποιεί από τους χριστιανούς – να οπλοφορούν. Καιόποιος έχει τα όπλα σε μια αγροτική κοινωνία, έχει και τη δυνατότητα ναεπιβάλλει την εξουσία του. Ο χριστιανός δεν επιτρέπεται να πάρει τα όπλα. Απότη στιγμή που το κάνει για να αμυνθεί, να αμυνθεί π.χ. απέναντι σε μια απόπειραβιασμού ή αρπαγή των κοπαδιών του ή οτιδήποτε άλλο, είναι αντάρτης και ενάντιαστην εξουσία.

Εθνικές προπαγάνδες

Από κάποιο σημείο και μετά, αφ’ ήςστιγμής συγκροτούνται τα εθνικά κράτη, υπάρχει προφανώς, και αυτό είναιστοιχείο της τοπικής συνείδησης, μια έντονη διάθεση των χριστιανών να φύγουναπ’ αυτήν την αυτοκρατορία που «σαπίζει», όπου κυριαρχεί το δίκαιο τουισχυρότερου ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι παλιά, και να ενσωματωθούν σε κάποιογειτονικό κράτος. Υπάρχει δηλαδή η αναζήτηση ενός «κράτους δικαίου», έστω καιμε τους όρους των αστικών κρατών του περασμένου αιώνα. Και σ’ αυτό το σημείοεπεμβαίνουν τα βαλκανικά κράτη εγχαράσσοντας την εθνική συνείδηση.
Πρώτα απ’ όλα με την Εκκλησία, η οποίαέχει μια φοβερά σημαντική λειτουργία σ’ αυτούς τους αγροτικούς πληθυσμούς, όπουη θρησκεία είναι η κυρίαρχη ιδεολογία αυτών των πληθυσμών.
Το σχολικό σύστημα ελέγχεται από τηνΕκκλησία. Ο Πατριάρχης και η Εκκλησία είναι αρμόδιοι για την εκπαίδευση και εδώπαίζεται η κύρια αντίθεση ανάμεσα σε Βούλγαρους και Έλληνες για το θέμα τουελέγχου της Εκκλησίας.
Οι Βούλγαροι συγκροτούν τη δική τουςεθνική Εκκλησία μέσα στο διάστημα 1860-70, την Εξαρχία, η οποία απαιτεί το κήρυγμα και η λειτουργία να γίνονταιστα βουλγάρικα. Οι Έλληνες αντεπιτίθενται ελέγχοντας το Πατριαρχείο καιζητώντας τη διατήρηση των ελληνικών. Αποτέλεσμα είναι μια οξεία σύγκρουσηΠατριαρχείου και Ελληνικής κυβέρνησης γιατί όταν το Πατριαρχείο καταλαβαίνειότι χάνει τον έλεγχο κοινοτήτων επιχειρεί να παζαρέψει τη χρήση των σλαβικώνγλωσσών στη λειτουργία. Η Ελληνική κυβέρνηση αντιτίθεται γιατί σ’ αυτό βλέπειέναν αντίπαλο εθνικισμό. Ανάλογα προσπαθούν να διεισδύσουν και η σερβική και ηρουμανική Εκκλησία, κυρίως στη βάση παζαριών με το Πατριαρχείο.
Δεύτερος μηχανισμός είναι το σχολείο.Βασικός μηχανισμός ιδεολογικής εγχάραξης, όχι στις αμόρφωτες μάζες, αλλά σταανερχόμενα κοινωνικά στρώματα τα οποία λειτουργούν στη συνέχεια σαν διαμορφωτέςγνώμης στα χωριά τους. Σε μια δεύτερη φάση ιδρύονται κυρίως απ’ έξω, από τηδιασπορά, από «εθνικούς ευεργέτες», τα μεν ελληνικά από ελληνόφωνους ήπροσανατολισμένους σε μπίζνες με το ελληνικό κράτος, τα δε υπόλοιπα απόσυνειδητοποιημένους ως διαφορετικής εθνικότητας αλλόγλωσσους. Χαρακτηριστικόείναι το πρώτο βουλγαρικό σχολείο που δεν ελέγχεται από την εκκλησία. Ιδρύεταιστα 1835 στο Γκάμπροβο από κάποιον ΒασίληΑπρίλωφ, έμπορο από την Οδησσό, ο οποίος μέχρι λίγα χρόνια πριν δήλωνεΈλληνας, φανατικός Έλληνας, διότι είχε σπουδάσει σε ελληνικό σχολείο. Κάποιαστιγμή διαβάζει κάποια κείμενα που μιλάνε για την παλιά ιστορία της Βουλγαρίαςκαι ο ίδιος περιγράφει ότι «τουμπάρει μέσα του το σύμπαν», συνειδητοποιείται ωςΒούλγαρος και αποφασίζει να εργαστεί για το έθνος της μάνας του και όχι αυτότου σχολείου στο οποίο φοίτησε.
Χαρακτηριστικό της σημασίας που είχετο σχολείο είναι ότι ο σοβαρότερος Έλληνας ιστορικός για το Μακεδονικό, ο Νικόλαος Βλάχος θεωρεί (το 1935) ωςκριτήριο της εθνικής συνείδησης, στην δυναμική προβολή της, όχι τη μητρικήγλώσσα αλλά τον αριθμό των σχολείων. Αυτό βέβαια εμπεριέχει και κάποια πονηριάγιατί λόγω της παράδοσης και της Εκκλησίας, τα ελληνικά σχολεία ήταν πιο πολλάαπό τα άλλα, έχει όμως και κάποια βάση.
Αυτός ο προσεταιρισμός των επιμέρουςΒαλκανίων και του Μακεδονικού πληθυσμού σε κάποια εθνική ιδεολογία γίνεταιδυνατός επειδή απαντά σε μια σειρά ατομικές ή συλλογικές επιδιώξεις. Υπάρχεικατ’ αρχήν η ατομική προσδοκία της κοινωνικής ανόδου. Κάποια «δυναμικάστοιχεία» θέλουν να ανέβουν κοινωνικά. Πάνε σχολείο, και από κάποιο σημείο καιπέρα τα πιο προχωρημένα άτομα τα στέλνουν στις αντίστοιχες χώρες. Έρχονται στηνΕλλάδα και σπουδάζουν λ.χ. στη Μαράσλειο ή πάνε στη Βουλγαρία στις ανάλογεςσχολές, διαμορφώνουν την αντίστοιχη εθνική συνείδηση και επιστρέφουν πίσω ως«στελέχη» πλέον, συνδεόμενα με τη χώρα που τους μόρφωσε. Υπάρχει επιπλέον ηπροοπτική της χρηστής διοίκησης που αναφέραμε, η διάθεση απαλλαγής από μιαδιεφθαρμένη και καταρρέουσα κρατική εξουσία. Υπάρχει τέλος η εκμετάλλευσητοπικών και προσωπικών αντιθέσεων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: Υπήρχαν δυοχωριά, με την ίδια γλώσσα, που επί ατελείωτα χρόνια τσακωνόντουσαν για τομοναδικό ποτάμι που περνούσε ανάμεσά τους και ποιος θα είχε τον έλεγχο τουνερού. Το ένα χωριό πήγε με τους Βούλγαρους διότι ήθελε να πάρει το ποτάμι ως«Βουλγαρικό», άμα νικούσαν οι Βούλγαροι, το άλλο χωριό πήγε με τους Έλληνεςδιότι αν επικρατούσαν οι Έλληνες θα αρδευόταν και θα υδρευόταν αυτό. Υπάρχουνκαι πιο προσωπικές αντιθέσεις: ο ΓερμανόςΚαραβαγγέλης, γνωστός Έλληνας επίσκοπος της Καστοριάς στις αρχές του αιώνα,από τα στελέχη της εκεί εθνικής παρουσίας, περιγράφει το πώς προσεταιρίστηκεκάποιους Βούλγαρους κλεφτοκαπεταναίους και συγκεκριμένα έναν Γκέλεφ. Έμαθα λέει ο Καραβαγγέλης, «ότιο Τσακαλάρωφ κυνηγούσε τη γυναίκα του Γκέλεφ κι ο Γκέλεφ ήταν πολύ εξοργισμένοςγι’ αυτό. Τον φωνάζω λοιπόν και του λέω: Δυο άνθρωποι που είναι μαζί στο βουνό,είναι σαν αδέρφια. Η γυναίκα σου έπρεπε να του είναι ιερή». Αποτέλεσμα ο Γκέλεφπέρασε στην ελληνική υπόθεση. (Ωστόσο οι άλλοι προλάβανε και τον σκοτώσανε πρινπρολάβει να κάνει πολλά πράγματα υπέρ του ευρύτερου ελληνισμού).
Το αποτέλεσμα είναι λοιπόν συχνέςαλλαγές εθνικότητας. Αν διαβάσετε τα απομνημονεύματα Ελλήνων μακεδονομάχων θαβρείτε συχνά φράσεις του τύπου: «Ο τάδε που ήταν πρώτα Ρουμάνος, μετά έγινεΒούλγαρος και μετά ήρθε με μας», ή «Χτυπηθήκαμε με τον τάδε κομιτατζή που πρώταήταν Έλληνας και μετά έγινε Βούλγαρος». Ο εμπειρογνώμονας του Ελληνικού Υπ.Εξωτερικών, Ευάγγελος Κωφός, περιγράφει χαρακτηριστικά αυτή τη ρευστότητα τηςεθνικής συνείδησης, παραθέτοντας μάλιστα πηγές που ανέφεραν οικογένειες μεπαιδιά… τριών διαφορετικών εθνικοτήτων! Πολύ συχνά αναφέρεται σε κείμενα τηςεποχής η έκφραση «Ελληνικό Κόμμα», «Βουλγαρικό Κόμμα». Η επιλογή εθνικής ταυτότηταςήταν στην ουσία μια επιλογή πολιτικής παράταξης.
Υπήρχαν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τηςπροπαγάνδας που χρησιμοποιούνταν από τους μεν ή από τους δε. Η Βουλγαρικήπροπαγάνδα χρησιμοποιούσε κυρίως τη γλώσσα. Τους έλεγε: γιατί να μαθαίνετε άλληγλώσσα; Εσείς μιλάτε σλάβικες διαλέκτους που μοιάζουν με τα βουλγαρικά, τι πιοαπλό πράγμα να έχετε λειτουργία στη γλώσσα σας κι όχι στα αλαμπουρνέζικα πουδεν καταλαβαίνετε γρι, να πηγαίνετε στο σχολείο και να μαθαίνετε τη γλώσσα σαςκτλ. Δεύτερον, είχε μια πιο τεχνοκρατική εκπαίδευση με βάση ευρωπαϊκάεκπαιδευτικά μοντέλα της εποχής, αλληλοδιδαχτικά κ.ο.κ. Τους μάθαινε δηλ.πρακτικά πράγματα. Η Ελληνική προπαγάνδα έπαιζε στο αντίθετο, και ως εκ τούτουμπορεί κανείς να τη θεωρήσει λιγότερο «προοδευτική», πόνταρε σ’ αυτήν τησυνείδηση ανωτερότητας των ελληνικών, της γλώσσας του δάσκαλου και του παπά. Θααναφέρω δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα:
Το ένα είναι κάποιου περιηγητή πουπάει στα τέλη του αιώνα στα Σκόπια, όπου δεν υπήρχε καθόλου ελληνόφωνοςπληθυσμός (πέρα από κάποιους εμπόρους που κυκλοφορούσαν) και πάει σε ένακαφενείο και κάθεται και λέει σε ένα γκαρσόνι (στα σλάβικα) «φέρε μου μίαλεμονάδα». Και γυρνάει το γκαρσόνι και λέει στο αφεντικό «φέρε μια λεμονάδα»(στα ελληνικά). «Μα καλά, μιλάτε ελληνικά εδώ;» «Δε μιλάμε, αλλά οι παραγγελίεςγίνονται στα ελληνικά γιατί θέλουμε να δείξουμε ότι είμαστε αριστοκρατικόμαγαζί» (Το καταγράφει με θαυμασμό ο Ιωάννης Νοτάρης, εθνικόφρων Έλληνας, στοβιβλίο του «Ο Γιάννης Κορδάτος και τοΜακεδονικό Ζήτημα»).
Το δεύτερο είναι ένα τοπικό τραγούδιτης Δυτικής Μακεδονίας που το καταγράφει στο βιβλίο του ο ακόμα πιο εθνικόφρων,απόστρατος στρατιωτικός, Παύλος Τσάμης

Εϊ!μωρέ Μπουγκάροι,
Σλάβιντσοιγκουμνάροι,
νέμαϊτεβι μούτρα
ζαΜακεντονία

Ελληνικήμετάφραση:

Ε,μωρέ Βούλγαροι,
Σλάβοιαλωνάρηδες
δεν έχετε μούτρα σεις
για την Μακεδονία.

Είναι στα σλαβικά και λέει όμως περιφρονητικά «σλάβοιαλωνάρηδες». Όσοι δηλ. αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες «ανεβαίνουν» ταυτόχρονακοινωνικά – τουλάχιστον αυτή την εικόνα έχουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους.
Υπάρχει επιπλέον η πίεση της Εκκλησίας, ότι οιΒούλγαροι είναι σχισματικοί, τους έχει αφορίσει το Πατριαρχείο, άρα θα πάνεστην κόλαση (αυτό αφορά τα κατώτερα αγροτικά στρώματα), και τέλος υπάρχει η«ιστορική παράδοση». Αν τα βουλγαρικά σχολικά εγχειρίδια λέγανε πώς να φυτεύετεκαλύτερα την αχλαδιά σας κ.ο.κ., τα ελληνικά τόνιζαν την ιστορικότητα τηςΜακεδονίας. Και αν δείτε το σχετικό εγχειρίδιο (που έχει ανατυπωθεί καικυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία), σταματάει ουσιαστικά στην ρωμαϊκή εποχή, στηναρχαία δηλ. Μακεδονία. Υποβαλλόμενο συμπέρασμα: «Εσάς οι πρόγονοί σας ήτανμεγάλοι και τρανοί, άσχετα με το τι γλώσσα μιλάτε». Ο Κωφός αναφέρει ότι στατέλη του περασμένου αιώνα το ελληνικό Υπ. Εξωτερικών τύπωσε με λατινικούςχαρακτήρες ένα μικρό εγχειριδιάκι «Η ζωή και τα κατορθώματα του Μ. Αλεξάνδρου»με τόπο έκδοσης «Βενετία» (ενώ τυπώθηκε στην Αθήνα) στην τοπική σλαβομακεδονικήγλώσσα (πρόκειται για μία από τις πρώτες καταγραφές της) και το μοίραζε σταχωριά προκειμένου να εξηγήσει στο σλαβόφωνο πληθυσμό ότι αυτοί είναι απόγονοιτου Μ. Αλεξάνδρου. (Τώρα αν αυτήν την ιδέα την πήρανε αργότερα οι διάφοροιεθνικιστές των «Σκοπίων» και την κάνανε παντιέρα, εμείς ουδόλως φταίμε φυσικά…)
Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο προσεταιρισμός ενός άλλουτοπικού πολέμαρχου, του Κώτα, από τον Γερμανό Καραβαγγέλη. Σύμφωνα με τα όσατουλάχιστον λέει ο ίδιος ο Καραβαγγέλης, ο προσηλυτισμός του Κώτα έγινελέγοντάς του, «Εσείς είστε Έλληνες από τη εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου καιπέρασαν οι Σλάβοι και σας εξεσλάβωσαν. Η μορφή σας είναι ελληνική και η γη πουπατούμε είναι ελληνική κ.ο.κ.».

Κομιτάτα και Μακεδονικός Αγώνας

Ένα ερώτημα που προκύπτει είναι αν και από πότευπάρχει κάποια διακριτή τοπική σλαβομακεδονική εθνική συνείδηση. Επισήμωςβέβαια γνωρίζουμε όλοι ότι αυτό το πράγμα δεν υπάρχει, ότι όλα κατασκευάστηκαναπό τον Τίτο εκεί γύρω στα 1944, με σκοπό να ενσωματώσει στη Γιουγκοσλαβία τοβουλγαρικό πληθυσμό εκείνης της περιοχής. Υπάρχουν κάποιες μαρτυρίες (όλεςελληνικής προέλευσης) για το ότι ο αγροτικός σλαβόφωνος πληθυσμός τηςΜακεδονίας, πριν αρχίσει η αντιπαλότητα των εθνικών κινημάτων, δηλ. χοντρικάμέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα, αυτοπροσδιοριζόταν ως «Μακεδόνες». Οεθνογραφικός χάρτης του Στάνφορντ που εκδίδεται στο Παρίσι το 1877 με υποκίνησητου Ελληνικού Υπ. Εξωτερικών και του πολιτιστικού του παραρτήματος που λέγεται«Σύλλογος προς διάδοσιν των Ελληνικών γραμμάτων», λέει το εξής:
«Και αυταί αιπαραδόσεις των βουλγαροφώνων Ελλήνων, ως και τα έθιμα αυτών εισίν ελληνικαί, ωςκαι η παρ’ αυτοίς συνείδησις της εθνότητος. Διότι αυτοί εαυτούς Θράκας καιΜακεδόνας ονομάζουσιν. Ουδέποτε δε χρώνται την λέξιν Βούλγαρος ήτιςπεριφρονητικήν παρ’ αυτοίς έχει την προς αυτόν απευθύνεται σημασίαν.»
Ο Κωφός δέχεται ότι η χρήση της λέξεως «Μακεδόνες»(Μακεντόντσι στην τοπική διάλεκτο) έχει μια σημασία τοπική και όχι εθνική.
Η Πηνελόπη Δέλτα στα αρχικά κεφάλαια του βιβλίου της «Στα Μυστικά του Βάλτου»
πουγράφτηκε στα 1937, επειδή δεν μπορεί να δεχτεί ότι κάποια εποχή μπορεί να μηνυπάρχει κάποια εθνική συνείδηση λέει το φοβερό ότι «εθνική συνείδηση οιΜακεδόνες είχαν την μακεδονικήν μονάχα» κι ότι ύστερα φτιάχτηκε η Εξαρχία καιχωρίστηκαν τα χωριά σε «Έλληνες και Βούλγαρους». Προφανώς δεν πρόκειται για«εθνική συνείδηση» με τη σημερινή έννοια. Πρόκειται για την αίσθηση ενός,προεθνικού μπορούμε να πούμε, αυτοπροσδιορισμού του τοπικού πληθυσμού.
Στην πορεία όμως διαμορφώνεται ένακίνημα διακριτής εθνικής συνείδησης, Μακεδονικής ή Σλαβομακεδονικής. Το 1893κάποιοι σλαβόφωνοι μακεδόνες, κυρίως σοσιαλίζοντες, αναρχίζοντες καιριζοσπάστες αστοί, ιδρύουν την Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση(ΕΜΕΟ, γνωστότερη ως IMRO και ORIM από τηνακροστιχίδα της σε λατινογενείς γλώσσες, ή ΒΜΡΟ από τα σλάβικα αρχικά). Η ΕΜΕΟπαλεύει για την απόσχιση της Μακεδονίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώκυρίως τονίζει πρώτα απ’ όλα ένα ριζοσπαστικό κοινωνικό περιεχόμενο (διανομήτων τσιφλικιών στους αγρότες, εκσυγχρονισμός κλπ. ), και δεύτερον ότι δενπρέπει να δεχτούν βοήθεια απ’ έξω. Η επίσημη ιστοριογραφία των Σκοπίων βλέπεισήμερα σ’ αυτό ακριβώς το βασικό εθνικό κίνημα του σλαβομακεδόνικου πληθυσμού.Εγώ είμαι επιφυλακτικός ως προς αυτό, με την έννοια ότι αυτό το «όχι βοήθειααπ’ έξω, η Μακεδονία στους Μακεδόνες» μπορεί απλούστατα να είναι και τοαντίστοιχο αυτού που ο Μπάϊρον έλεγε για τους Έλληνες «από τους άπιστουςΦράγκους λευτεριά μη ζητάτε». Να εκφράζει δηλαδή την απελπισία ή τηναπογοήτευση του χριστιανικού πληθυσμού της Μακεδονίας απέναντι στην αδυναμία ήτην απροθυμία των γειτονικών χριστιανικών βαλκανικών κρατών να τους απελευθερώσουν.Στην πορεία όμως αναπτύσσονται διάφορες τάσεις. Στη Σόφια, διάφοροισλαβομακεδόνες εμιγκρέδες οι οποίοι σπούδασαν εκεί, μεγάλωσαν εκεί, στελέχωσαντο στρατό, τη διοίκηση, τα σχολεία κλπ. συγκροτούν σε συμφωνία με τη Βουλγαρικήκυβέρνηση μια «Ανωτάτη Μακεδονική Επιτροπή» (Βερχόβεν Κομιτέτ, εξού και αποκαλούνται Βερχοβιστές) η οποία έκανε«εισοδισμό» στην ΕΜΕΟ για να την στρέψει προς την Βουλγαρία, και να παλέψει γιατην ενσωμάτωση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Σε αντιπαλότητα προς αυτήν αναπτύσσεταιμία αυτονομιστική τάση, με στελέχη όπως ο Γκότσε Ντέλτσεφ, ο Γιάνε Σαντάνσκικαι άλλοι, η οποία στην πορεία (δεν μπορώ να προσδιορίσω χρονιά) συγκροτεί μιαθεωρία για την διακριτότητα των Μακεδόνων ως έθνος απέναντι στους Βούλγαρους,του Έλληνες, τους Σέρβους κ.ο.κ. Αυτό όσον αφορά την «οργανωμένη πρωτοπορία».Όσον αφορά τη μεγάλη μάζα του πληθυσμού, αυτός ο θετικός εθνικός προσδιορισμός,για μένα τουλάχιστον, έχει κάπως αμφίβολα αποτελέσματα. Κάποιες μελέτεςΕυρωπαίων, όπως του ελβετού Ράις που ήρθε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους για ναμελετήσει τη σχέση του τοπικού πληθυσμού με το ελληνικό κράτος και τα διάφορακινήματα, καταγράφουν ακριβώς μία παθητική στάση του πληθυσμού, όχι μόνοαπέναντι στους Έλληνες και στους Βούλγαρους αλλά και απέναντι σε αυτό που οιίδιοι ονομάζουν «Μακεδόνες Κομιτατζήδες του Σαντάνσκι» (κυρίως στην περιοχή τωνΣερρών) και τους οποίους διαφοροποιούν σαφώς βέβαια από τους Βούλγαρους(αντίθετα με αυτό που κάνουν οι επίσημοι ιστορικοί μας).
Η σλαβομακεδόνικη συνείδηση αναπτύσσεταιμάλλον δια της εις άτοπον απαγωγής. Στην πρώτη έκδοση της «Ζωής εν Τάφω»[επανεκδόθηκε το 1991] και στις αμέσως μετά (πριν δηλαδή τον Β΄ παγκόσμιοπόλεμο), ο Στρατής Μυριβήλης περιγράφει την συνείδηση των σλαβόφωνων τηςπεριοχής του Μοναστηρίου ως εξής:
«Αυτοί εδώ οι χωριάτες, που τη γλώσσατους την καταλαβαίνουν περίφημα κι οι Βούλγαροι κι οι Σέρβοι, αντιπαθούν τουςπρώτους γιατί τους πήρανε τα παιδιά τους στο στρατό. Μισούν τους δεύτερους πουτους κακομεταχειρίζονται για Βούλγαρους. Και κοιτάνε με αρκετά συμπαθητικήπεριέργεια εμάς τους περαστικούς Ρωμιούς επειδή είμαστε οι γνήσιοι πνευματικοίυπήκοοι του Πατρίκ, δηλαδή του «Ορθόδοξου Πατριάρχη της Πόλης». (…) Ωστόσο, δενθέλουν να ΄ναι μήτε «Μπουλγκάρ» (Βούλγαροι), μήτε «Σρρπ» (Σέρβοι), μήτε «Γκρρτς»(Έλληνες). Μονάχα «Μακεντόν ορτοντόξ».
Αυτή η τελευταία φράση έχει κοπεί στιςμετά το 1944 εκδόσεις της Ζωής εν Τάφω από τον ίδιο τον συγγραφέα που είχεπλέον εξελιχθεί σε στέλεχος του κράτους των εθνικοφρόνων, ευχήθηκε μάλισταδημοσίως «να γίνει όλη η Ελλάδα μια απέραντη Μακρόνησος»…
Ο Μακεδονικός Αγώνας τώρα, έχει στηνουσία δύο διαφορετικά σκέλη. Το πρώτο είναι ο ανταγωνισμός των αυτονομιστών τηςΕΜΕΟ με τους Βερχοβιστές της Σόφιας. Στην ουσία οι Βούλγαροι όταν βλέπουν νααναπτύσσεται το αυτονομιστικό κίνημα και να πιάνει ρίζες στον πληθυσμό,προσπαθούν να το σπρώξουν σε μια γρήγορη ένοπλη δράση προκειμένου να επέμβουνοι Ευρωπαϊκές δυνάμεις και να μπορέσουν, χάρη στην προπαγάνδα τους στην Ευρώπη,να το προβάλουν ως Βουλγαρικό κίνημα και να ενσωματώσουν την Μακεδονία στηΒουλγαρία.
Έτσι, το 1902 στέλνουν ένοπλα σώματαστη Μακεδονία, χτυπούν κάποια τούρκικα χωριά και κυρίως τον Οθωμανικό πληθυσμό,σφάζουν δηλαδή διάφορα γυναικόπαιδα γύρω από τα τσιφλίκια, οι Τούρκοι απαντούνμε την συνηθισμένη «λεπτότητα», στέλνουν ό,τι μπουλούκια μπορούν να βρουν καικαίνε τα πάντα, ο πληθυσμός βρίσκεται ξαφνικά σε απόγνωση και βγαίνει σταβουνά. Το 1903 η ίδια η ΕΜΕΟ υποχρεώνεται να δώσει το σύνθημα της εξέγερσης(παρότι στην αρχή δεν το πολυθέλει, απ’ ό,τι λένε τα απομνημονεύματα τωνστελεχών της). Το 1903 λοιπόν, του Προφήτη Ηλία, Ίλιντεν στα σλάβικα, 20 Ιουλίου με το παλιό ημερολόγιο, 2 Αυγούστουμε το καινούριο, ο πληθυσμός βγαίνει στα βουνά, κόβει τις τηλεγραφικές γραμμέςγια να κόψει την επικοινωνία, και χτυπάει τις τοπικές φρουρές. Η εξέγερσηπαίρνει κυρίως έναν αντιφεουδαρχικό χαρακτήρα, οι επαναστάτες καίνε τουςπύργους των τσιφλικάδων, καταστρέφουν τα τσιφλίκια, σκοτώνουν τους ίδιουςκ.ο.κ. Επεμβαίνουν οι Τούρκοι, μακελεύουν ξανά τον πληθυσμό και το ζήτημα διεθνοποιείται.
Η Ελλάδα καταλαβαίνει ότι χάνει τοπαιχνίδι. Βλέπει ότι οι Βούλγαροι και οι Σλαβομακεδόνες έχουν πάρει μεγάλομέρος του πληθυσμού μαζί τους, και στέλνει τις πρώτες ομάδες Μακεδονομάχων.
Το 1904, τέσσερις αξιωματικοί, μεταξύτων οποίων ο Παύλος Μελάς, πάνε στη Μακεδονία να εξετάσουν τον χώρο.Επιστρέφουν, και οι μεν δύο λένε ότι δεν κερδίζουμε με τίποτα, τον χάσαμε τονπληθυσμό, ο Παύλος Μελάς και ένας άλλος λένε ότι θα στείλουμε εμείς ομάδες.Φτιάχνουν λοιπόν ομάδες, κυρίως από Κρητικούς, Μανιάτες και Έλληνεςαξιωματικούς του στρατού, στρατολογούν και διάφορους ληστές επ’ αμοιβή,βρίσκουν και κάμποσους ντόπιους, και συγκροτούν τις ομάδες των μακεδονομάχων οιοποίες, όπως λέει ο ιστορικός Βλάχος που προανέφερα, ως σκοπό έχουν την«βελτίωση της εθνολογικής σύνθεσης της Μακεδονίας».
Ο επίσημος μύθος λέει ότι πολεμάγαμεενάντια σε Βούλγαρους και Τούρκους. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Όλα τααπομνημονεύματα που έχουν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα περιγράφουν καταλεπτώς μιαστενότατη επιχειρησιακή συνεργασία των μακεδονομάχων και των Τούρκων τηςΜακεδονίας.
Καταρχήν μια συνεργασία άτυπη, δηλαδήκοινωνική: Οι τσιφλικάδες που έβλεπαν τους Σλάβους κολίγους τους να σηκώνουνκεφάλι, τροφοδοτούν τις ελληνικές ομάδες, τους προσφέρουν ένοπλη συνοδεία, χρησιμοποιούνείτε τους δικούς τους μπράβους είτε τα ελληνικά σώματα για να καθαρίσουνανυπότακτους κολίγους, τους στεγάζουν, τους κρύβουν στα χαρέμια τους ή στιςαποθήκες τους για να μην τους βρουν οι αρχές κ.ο.κ. Υπάρχουν γλαφυρότατεςπεριγραφές Ελλήνων μακεδονομάχων οι οποίοι πεινασμένοι, άθλιοι και κυνηγημένοικρύβονται από διάφορους αγάδες στα χαρέμια τους (προς μεγάλην τους τέρψιν…).
Δεύτερον, επίσημη συνεργασία: Ήδη απότο 1878 οι πρώτοι Έλληνες οπλαρχηγοί που μπαίνουν στη Μακεδονία, στέλνουνγράμματα στις τοπικές αρχές λέγοντας ότι δεν θα συγκρουστούν με τους Τούρκους,ότι μόνο στόχο τους έχουν τους Βούλγαρους και ότι θα συνεργαστούν με τις αρχές.
Ο Παύλος Μελάς έχει αυστηρές εντολέςνα μη χτυπηθεί με Τούρκους. Τελικά σκοτώνεται απ’ αυτούς. Πώς έγινε αυτό; Οβασικός κομιτατζής της περιοχής ο Μήτρο Βλάχος, του στήνει μια παγίδα: στέλνειγραμμένη στα ελληνικά επιστολή στον Τούρκο διοικητή της περιοχής ξέροντας ότι οίδιος είναι επικηρυγμένος, και του λέει ότι στο τάδε χωριό, στο τάδε σπίτιεμείς ως Έλληνες σε πληροφορούμε ότι κρύβεται ο Μήτρο Βλάχος. Έρχονται οιΤούρκοι για να πάρουν την επικήρυξη και αντί του Μήτρο Βλάχου σκοτώνουν τονΠαύλο Μελά. Αυτό το περιγράφουν όλοι οι Έλληνες ιστοριογράφοι και ιστορικοί τηςεποχής.
Ένας άλλος φοβερός μακεδονομάχος, ο Παναγιώτης Παπατζανετέας, που έδρασεστον βάλτο των Γιαννιτσών (εκεί που εκτυλίσσονται τα «Μυστικά του Βάλτου»),περιγράφει λεπτομερώς και καταπληκτικά τις επιχειρησιακές συνεργασίες με τοντούρκικο στρατό. Το πώς ο καϊμακάμης της περιοχής των Γιαννιτσών του ζητάει ναοργανώσουν κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον των κομιτατζήδων. Το πώςθα τους ρίχνουν οι Τούρκοι με το πυροβολικό. Το πώς θα τους δείχνουν οι δικοίμας πού είναι οι καλύβες των κομιτατζήδων, θα τους βομβαρδίζουν οι Τούρκοι, θαβγαίνουν έξω και θα τους πετσοκόβουμε.
Υπήρξαν και συγκρούσεις Ελλήνων καιΤούρκων, αν και πολύ λιγότερες. Αρκετοί δικοί μας μακεδονομάχοι, επειδή δενβρίσκουν υποστήριξη από τον πληθυσμό, αλλάζουν άποψη και επιχειρούν συνεργασίαμε τους κομιτατζήδες ενάντια στους Τούρκους. Τέτοια ήταν η περίπτωση του Τέλλου Άγρα ο οποίος τους τελευταίουςέξι μήνες της ζωής του (πριν τον σκοτώσουν οι Ρουμανόβλαχοι κομιτατζήδες πουτον είχαν άχτι επειδή τους είχε κάψει τα χωριά), επιχειρεί να έρθει σεσυνεργασία με τους κομιτατζήδες.
Τέτοια είναι και η περίπτωση του Κώτα, τον οποίο επειδή διατηρεί επαφέςμε τους Βούλγαρους τον παραδίδει ο Καραβαγγέλης στους Τούρκους και αυτοί τονκρεμάνε. Χαρακτηριστικό του πόσο συσκοτισμένη είναι αυτή η υπόθεση τουΜακεδονικού Αγώνα είναι ότι σήμερα ο Κώτας παρουσιάζεται ως ο κατεξοχήνελληνόφρων μακεδονομάχος. Το είπε και ο Κύρκος στη Βουλή, το λένε σε κάθεσυζήτηση στην ΕΤ3. Εν πάση περιπτώσει πρόκειται για έναν άνθρωπο που οι Έλληνεςτον έδωσαν ως προδότη. Το παραδέχεται ακόμα και η ιστορία του ΓενικούΕπιτελείου Στρατού που κυκλοφόρησε το 1979, λέγοντας βέβαια ότι λάθος κάναμε.
Σημειωτέον επίσης ότι τα περισσότεραστελέχη των κομιτατζήδων σκοτώνονται είτε από τους Τούρκους μετά από «καρφιά»δικών μας, είτε από μέλη αντίπαλων παρατάξεων της ΕΜΕΟ.
Οι κομιτατζήδες υποχωρούν ως κίνημα,και οι Βούλγαροι και οι Μακεδόνες, γιατί από τη μια μεριά τους χτυπούν Τούρκοικαι Έλληνες, από την άλλη σφάζονται μεταξύ τους οι αυτονομιστές και οιβουλγαρόφιλοι. Ολόκληρη η ηγεσία, και των μεν και των δε, αλληλοεξοντώνεταιμέχρι το 1910. Όταν οι Νεότουρκοι παίρνουν την εξουσία το 1908, ο ΝικόλαοςΒλάχος αναφέρει ότι στα μεν αστικά κέντρα ο πληθυσμός (που προσανατολίζεταιστην ένταξη στα εθνικά σύνολά) τους υποδέχεται με μεγάλη θλίψη, ο δε αγροτικόςπληθυσμός όπου εμφανίζονται οι Νεότουρκοι τους ραίνει με λουλούδια. Οι αγρότεςενθουσιάζονται με την προοπτική της ειρήνευσης γιατί είχαν κουραστεί να είναιυπό την απειλή του περιστρόφου το πρωί Βούλγαροι, το μεσημέρι Έλληνες, το βράδυΣέρβοι και το επόμενο πρωί Ρουμάνοι.

Μετάτον Μακεδονικό Αγώνα

Γρήγορα όμως γίνεται σαφές ότι οιΝεότουρκοι δεν επιθυμούν να επανέλθουν σε μία βελτιωμένη εκδοχή της παλιάςκατάστασης, αλλά να εκτουρκίσουν με το ζόρι τον πληθυσμό. (Αποτελούν γαρ το νέοεθνικό κίνημα των Τούρκων). Επιστρέφουμε λοιπόν πάλι στην εποχή των εξεγέρσεωνπου καταλήγουν στους πολέμους του 1912- 19313 και την διανομή της Μακεδονίαςανάμεσα σε Ελλάδα, Σερβία (τότε) και Βουλγαρία.
Η Βουλγαρία είναι ο χαμένος τηςμοιρασιάς γιατί ενώ σήκωνε το κύριο βάρος του πολέμου, ως η μεγαλύτερηστρατιωτική δύναμη, πολεμώντας τους Τούρκους στη Θράκη, οι άλλοι έπαιρναν τιςμεγάλες φέτες. Επιχειρεί λοιπόν έναν «δεύτερο γύρο» αντιμετωπίζοντας μευπεροψία τους άλλους, τους επιτίθεται, της επιτίθενται όμως όλοι μαζί (Έλληνες,Σέρβοι, Τούρκοι, Ρουμάνοι) και παθαίνει πανωλεθρία: το 1913 είναι για τουςΒούλγαρους ό,τι είναι για μας το ’22: πολλές χιλιάδες βουλγαρόφρονες Σλάβοιξεσπιτώνονται και καταλήγουν να πεθαίνουν σε παράγκες όπως οι Έλληνες μετά το’22. Ο αλυτρωτισμός που δημιουργήθηκε οδηγεί την Βουλγαρία στον Α΄ παγκόσμιογια να πάρει πίσω τα χαμένα εδάφη, ηττάται όμως ξανά, παθαίνει τα ίδια καιχειρότερα. Το 1919 υπογράφει μια συνθήκη με την Ελλάδα για «εθελοντικήανταλλαγή πληθυσμών» (στην πράξη δεν είναι και πολύ εθελοντική απ’ ό,τιφαίνεται). Το 1923 γίνεται η ανταλλαγή πληθυσμών Ελλάδας – Τουρκίας και ηΜακεδονία πλέον ελληνοποιείται. Όλος ο μουσουλμανικός πληθυσμός φεύγει,έρχονται 700.000 Έλληνες και η Μακεδονία είναι πλέον κατά βάση ελληνική, μεμειονότητες (πια) άλλης γλώσσας και συνείδησης.
Στη Σερβική Μακεδονία, οι Σέρβοιεπιχειρούν να αφομοιώσουν τον ντόπιο πληθυσμό με ισχυρά αφομοιωτικά μέτρα(εποικισμό Σέρβων κ.ο.κ.), πολιτική όμως που αποτυγχάνει. Στον Β΄ παγκόσμιοπόλεμο η Βουλγαρία ενσωματώνει το ανατολικό τμήμα της Ελληνικής και τη ΣερβικήΜακεδονία. Στη Σερβική Μακεδονία ο πληθυσμός τους δέχεται μετά βαΐων καικλάδων, ένα μεγάλο τμήμα του τουλάχιστον. Στην ελληνική υπάρχουν πλέον πολλοίπρόσφυγες και δεν ισχύει το ίδιο.
Τελευταία εξέλιξη είναι το 1944, όταναπελευθερώνεται η Γιουγκοσλαβία και οι Σλαβόφωνοι – Σλαβομακεδόνες της ΝότιαςΓιουγκοσλαβίας, κυρίως οι αριστεροί που έχουν πολεμήσει με τον Τίτο, συγκροτούντην τότε Ομόσπονδη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Η επίσημη ελληνικήάποψη είναι ότι έχουμε εδώ μια περίπτωση «εθνικής μετάλλαξης». Ότι ήτανΒούλγαροι ή κάτι άλλο και τους φτιάξανε «Μακεδόνες». Στην πραγματικότηταπρόκειται ακριβώς για την ίδια διαδικασία εθνικής συγκρότησης που προανέφερα:ένας πυρήνας που έχει διαμορφώσει δια μέσω 50-60 ετών την αίσθηση ότι αποτελείδιακριτό έθνος, παίρνει το κράτος στα χέρια του σε συμμαχία με τον πληθυσμό πουπολεμάει τους φασίστες και στη συνέχεια εγχαράσσει την αντίστοιχη εθνικήσυνείδηση. Επειδή ακριβώς αυτή η εγχάραξη είναι πιο «φρέσκια» και εν τη διαμορφώσειτης, γι’ αυτό είναι ίσως πιο άτσαλη, πιο χοντροκομμένη, όπως ήταν αυτά πουέλεγαν στα ελληνικά σχολεία πριν από 100 χρόνια. Σήμερα που προφανώς είμαστεόλοι Έλληνες, έχουμε χαραγμένη εθνική συνείδηση, την παίρνουμε από τους γονείςμας από τότε που γεννιόμαστε, υπάρχουν περιθώρια (υπήρχαν μέχρι πρότινοςτουλάχιστον…) στην ελληνική ιστοριογραφία για περισσότερες αποχρώσεις καιμεγαλύτερη ειλικρίνεια.
Τέλος, δύο πράγματα για την μειονότητατων σλαβόφωνων στην Ελλάδα. Ο όρος «Σλαβομακεδόνες»ανήκει στο Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών. Στον μεσοπόλεμο υπήρξε μία μεγάλησυζήτηση για το αν αυτούς θα τους αποκαλέσουμε Βούλγαρους, βουλγαρόφωνους,Σέρβους, κ.ο.κ. Το 1924 το σύμφωνο Πολίτη – Καλκώφ με τη Βουλγαρία αναγνωρίζει«Βουλγαρική μειονότητα» στην Ελλάδα, αλλά στη συνέχεια, αφού διάφοροι δικοί μαςωρύονται και η Σερβία τους θέλει Σέρβους, τελικά ο μέσος όρος που προκύπτειείναι «Σλαβομακεδόνες» ή «Μακεδονοσλάβοι» - όπως καταγράφονται στην απογραφήτου 1928. Επισήμως οι μη έχοντες ελληνική συνείδηση υπολογίζονται σε 80.000(απογραφή του ’28 και του ’40). Πρέπει να δεχτούμε ότι εκείνη την εποχήυπάρχουν άλλοι 150.000 -200.000 σλαβόφωνοι που είτε έχουν ελληνική εθνικήσυνείδηση, είτε επιλέγουν την αφομοίωση, είτε δεν το πολυπροβάλουν, είτε εν πάσειπεριπτώσει δεν τους ρώτησε κανείς. Κάποιος σλαβόφωνος δάσκαλος από το χωριόΑρμέντσκο της Φλώρινας περιγράφει στο βιβλίο του πως έκανε ο ίδιος την απογραφήτου ’40 στο χωριό του και ενώ ήταν όλοι σλαβόφωνοι, έγραψε μηδέν: όλοιελληνόφωνοι.
Υπάρχει μία έντονη αντίθεση γηγενών(«ντόπιων» όπως ονομάζονται) και προσφύγων (θα σας τα πει καλύτερα ίσως οΛεωνίδας), υπάρχει κα μια προσπάθεια αφομοίωσης των σλαβόφωνων, είτε ήπια(προσεταιρισμού τους «με το μαλακό») διαμέσου μεταρρυθμίσεων, μιας διπλήςεκπαίδευσης κτλ., είτε με τη βία όπως επί Μεταξά:
Τοπικές αστυνομικές εγκύκλιοι λέγανεότι όποιος μιλάει αυτήν την γλώσσα θα του μπαίνει πρόστιμο. Γυρνάγανε λοιπόν οιασφαλίτες στα χωράφια, ακούγανε κάποιον να μιλάει στη γλώσσα του, «έλα εδώ, τιμιλάς; πρόστιμο». (Αλλού αναφέρεται 25 δρχ. αλλού 100 δρχ. προπολεμικές).
(Ένας γνωστός μου μού έχει πει μιαφοβερή ιστορία: Όταν αυτός που οργώνει θέλει να στρίψει το αλέτρι και το βόδιδεν καταλαβαίνει, του ρίχνει συνήθως διάφορες βρισιές. Αυτοί λοιπόν βρίζανε στασλάβικα. Οι ασφαλίτες που γυρνάγανε, άμα ακούγανε σλάβικες βρισιές προς τομοσχάρι, ρίχνανε πρόστιμο. Τι κάνανε λοιπόν οι ζευγάδες; Λιγοστά ελληνικάξέρανε, από τότε που είχαν πάει φαντάροι. Οπότε λέγανε στο βόδι:«Μετααααα…βολή!»).
Στη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμουοι σλαβόφωνοι «περνούν μια κρίση συνείδησης» όπως λέει και το γνωστό φυλλαδιάκιτης Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και του Κέντρου Αποδήμων. Η Βουλγαρία τουςεντάσσει σε αντιαντάρτικες μονάδες, κάποιοι πολεμούν στο πλευρό των Βουλγάρων,άλλους στρατολογεί ο ΕΛΑΣ ως σλαβομακεδόνες, ενώ παίζεται επίσης και έναπαιχνίδι ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και στους παρτιζάνους του Τίτο. Ακολουθεί οεμφύλιος, οι σλαβομακεδόνες είναι το μισό τουλάχιστον του Δημοκρατικού Στρατούστη Βόρεια Ελλάδα, δίνουν μια μάχη όχι τόσο για τον «κομμουνισμό» όσο για ταδικαιώματά τους ως μειονότητα. Εκεί οφείλεται και η περίφημη 5ηολομέλεια το Γενάρη του 1949 (όταν η αριστερά πλέον έχει περιοριστεί στο«κράτος του Γράμμου») που λέει ότι «ο σλαβομακεδονικός λαός θα βρει την πλέριαεθνική αποκατάσταση» (αυτό λέει όχι «αυτόνομη Μακεδονία». Θολούρα έτσι κιαλλιώς…). Ηττάται το αντάρτικο, πολλοί φεύγουν (ιδίως οι αριστεροί των χωριώντης συνοριακής γραμμής και γι’ αυτό στη συνοριακή γραμμή είναι κυρίως δεξιά ταχωριά (ό,τι έχει μείνει). Όσοι μένουν μέσα υφίστανται ένα φοβερό κύμααφομοιωτικής πίεσης. Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 υπάρχουν περιγραφές ότι οιαρχές τους μαζεύουν στα χωριά και τους βάζουν όλους να ορκιστούν, από το μωρόμέχρι το γέρο, ότι δεν θα ξαναμιλήσουν τη γλώσσα. Μετά τη μεταπολίτευση, καιιδιαίτερα στη δεκαετία του ’80, αυτή η «επαγρύπνηση» χαλαρώνει κάπως, χωρίςόμως να πάψει ποτέ. Χαρακτηριστικά αναφέρω μια «απόρρητη» έκθεση της ΥΠΕΑ,συνταγμένη το 1982 με στοιχεία που «συγκεντρώθηκαν» το 1981, η οποία αναφέρεταιανοιχτά σε μια κρατική πολιτική εξάλειψης της χρήσης του «τοπικού ιδιώματος».Ενδιαφέρον είναι ότι στην έκθεση αυτή (που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σχολιαστής το 1989 κι επιβεβαιώθηκεέκτοτε από συγγραφείς όπως ο Στ. Σωτηρίου στο άκρως εθνικόφρων πρόσφατο πόνημάτου) βάζει στο ίδιο τσουβάλι την έξωθεν επιβουλή κατά της Μακεδονίας(προπαγάνδα Σκοπίων, Βουλγαρική διείσδυση, κλπ.) με τη χρήση τηςσλαβομακεδονικής διαλέκτου από τον ντόπιο πληθυσμό, τα τοπικά τραγούδια τουςτοπικούς χορούς κ.ο.κ. Όποιος αρνείται δηλαδή την πολιτιστική αφομοίωσηθεωρείται εξ’ ορισμού αντεθνικό στοιχείο!


Λεωνίδας Εμπειρίκος
(Η σημασία της παραδοσιακής μουσικής στον καθορισμότων εθνικοφυλετικών ορίων και η ιδεολογική χρήση της λαογραφίας).

Θέλω κυρίως να μιλήσω για κάτι που στην Ελλάδα δε λέγεται ποτέ, συσκοτίζεται, από την κατάληψη κιόλας τηςΜακεδονίας το 1912-14. Κατάληψη, όχι απελευθέρωση, απελευθέρωση για ορισμένουςπληθυσμούς, κατάληψη για άλλους, το τονίζω αυτό.
Πρέπει να πω ότι στη Μακεδονία πήγακυρίως για να συλλέξω δημοτική μουσική. Όχι αναγκαστικά μουσική σε άλλη γλώσσα.Πήγα αρχικά γιατί με ενδιέφερε η περιοχή της Μακεδονίας, όπως και όλη η Ελλάδα,αλλά από ένα σημείο και μετά άρχισα να εργάζομαι για τη συλλογή υλικού για τοΚέντρο Μικρασιατικών Σπουδών. Γνώριζα το πώς είχε γίνει επί Φράνκο στην Ισπανίαμια εξαιρετική δουλειά (η οποία βραβεύτηκε από την Ουνέσκο) από τον Ισπανόμουσικολόγο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάτος, στην οποία είχε συλλεχθεί υλικό από όλεςτις τότε απαγορευμένες γλώσσες του ισπανικού κράτους. Είχε δηλαδή και Γαλικιανάκαι Καταλανικά και τα απαγορευμένα, τα προδοτικά Βασκικά. Και μου μπήκε η ιδέανα κάνω μια κάποια ανθολόγηση, αυτή ήταν η αρχική ιδέα, ορισμένων μορφών της ενΕλλάδι ευρισκόμενης ποικιλομορφίας μουσικών ιδιωμάτων στην γλώσσα την οποίαεκφέρεται το καθένα.
Πηγαίνοντας λοιπόν στη Μακεδονία, απότο 1987 περίπου, ήξερα ήδη ορισμένα πράγματα, ήξερα από μικρός για την ύπαρξησλαβόφωνων, και φανταζόμουν ότι θα βρω στην ελληνική δισκογραφία σλαβόφωνατραγούδια. Ούτε ένα δεν υπάρχει. Ούτε μισό. Κι ούτε αναφέρεται τίποτα. Ενώυπάρχει εκ μέρους των Ελλήνων μουσικολόγων μια πάρα πολύ σοβαρή και αξιέπαινηδουλειά για τη διάσωση του μουσικού υλικού, ποτέ δεν υπάρχει ο λόγος. Κι αυτόείναι το «περίεργο». Το ίδιο συμβαίνει βέβαια κα με τους Αρβανίτες και με τουςΒλάχους, έτσι δεν είναι; Το ίδιο και με τους Τούρκους της Δυτικής Θράκης, τημουσουλμανική μειονότητα, είτε είναι σλαβόφωνη είτε τουρκόφωνη. Τα τελευταίαόμως χρόνια, μετά το 1980 βγήκαν (με το ζόρι) ορισμένοι Αρβανίτικοι δίσκοι,ακούγαμε αραιά και που στο ραδιόφωνο Αρβανίτικα τραγούδια, κυρίως τηςΑττικοβοιωτίας και της Αργολιδοκορινθίας, πολύ λιγότερα της Ηπείρου, τηςΤσαμουριάς δηλ. (Θεσπρωτίας) που ήταν το μέρος όπου κυρίως κατοικούσαν οιαλβανόφωνοι Έλληνες και οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες, οι οποίοι έπαψαν να υπάρχουντο 1944.
Αυτό το πράγμα λοιπόν όσο πιο πολύ τοψάχνεις τόσο πιο πολύ αποκαλύπτεται (ο ίδιος δεν πίστευα την έκταση και τηνένταση με την οποία αποκρύπτεται εντελώς η ύπαρξη μιας διαφορετικής μουσικήςπαράδοσης των σλαβόφωνων στην Ελλάδα). Όχι τελείως διαφορετικής, διαφορετικήςμέσα στο πλαίσιο των μουσικών ιδιωμάτων των λαών της Βαλκανικής. Είναι σαφώςσυγγενική, αλλά έχει ορισμένα τοπικά χαρακτηριστικά, αν λάβουμε υπόψη μας τηφυλετική εξάπλωση αυτών που ονομάζουμε Σλαβομακεδόνες. (Δεν τους ονομάζω εγώ …οι σλαβόφωνοι που λέμε εμείς). Σιγά σιγά λοιπόν, ψάχνοντας κυρίως σε δίσκουςαναφερόμενους στην δημοτική μουσική των λαών της Γιουγκοσλαβίας, βρίσκεις υλικόγια τη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Και σήμερα έχω καταλήξει σε ορισμένα πράγματα(αν και όσο και να ψάξει κανείς, ποτέ δεν μπορεί να μιλήσει με βεβαιότητα).

Η κωδικοποίηση του εθνικού φολκλόρ

Θέλω όμως να κάνω μια εισαγωγή σε σχέση με το πώςορίζεται και το πώς κωδικοποιείται η ελληνική δημοτική μουσική σαν ελληνικόφολκλόρ, σε σχέση με την ελληνική εθνική ιδέα. Πρώτα πρώτα στην Ελλάδα,παράλληλα με το φολκλόρ, ποτέ μέχρι πρόσφατα δεν έχει ουσιαστικά υπάρξει ηεθνολογία ως ξεχωριστή επιστήμη. Υπάρχει μονάχα «λαογραφία». Από τότε πουάρχισε να υπάρχει η λαογραφία ως επιστήμη στην Ελλάδα, από τα τέλη τουπερασμένου αιώνα, χρησιμοποιήθηκε το «δημοτικό τραγούδι». Μια μορφή τραγουδιούδηλ., η οποία υπήρχε και η οποία ονομάστηκε δημοτικότραγούδι (δηλ. του δήμου, το λαϊκό, το χωριάτικο κυρίως) με βάση τα ήδηκωδικοποιημένα πρότυπα του παλαιού Ελληνικού Βασιλείου του 1830 (της συνθήκηςτης Αδιανουπόλεως), δηλ. Μορηάς, Ρούμελη, νησιά Αργοσαρωνικού, Εύβοια,Κυκλάδες. Αυτό ήταν που καθόρισε ουσιαστικά τη μετέπειτα πορεία αυτού που θαλέγαμε στεριανή δημοτική μουσική. Αυτό επιβλήθηκε σαν η ελληνική κωδικοποίησητου φολκλόρ. Γιατί, μαζί με την συγκρότηση μιας εθνικής ιδεολογίας, και ενόςεθνικού μύθου, όπως έλεγε και ο Τάσος, πηγαίνουμε αμέσως στην «ολική» καταγραφήτων εκφάνσεων της καθημερινής ζωής αυτού του έθνους. Έρχονται οι ιστορικοί, οιεθνολόγοι, ή οι λαογράφοι αυτού του έθνους και βρίσκουν τα χαρακτηριστικά πουτους ενδιαφέρουν. Έτσι από την σχετικά μεγάλη ποικιλομορφία της δημοτικήςμουσικής της Πελοποννήσου, έμεινε τελικά αυτό που μας είναι σήμερα γνωστό ως «Μωραΐτικοτραγούδι», το κλέφτικο (που είναι περίπου το ίδιο και στη Ρούμελη) και οιχοροί: ο τσάμικος κι ο καλαματιανός. Γιατί είναι μεν αλήθεια ότι ο καλαματιανόςρυθμός (7/8) χαρακτηρίζει τους ελληνόφωνους πληθυσμούς στη Βαλκανική (τουςαγροτικούς), είναι αλήθεια ότι ο τσάμικος είχε μεγάλη πέραση από τον περασμένοαιώνα, αλλά υπήρχαν, και υπάρχουν ακόμα σε ορισμένα μέρη, χοροί πολύ σημαντικοίοι οποίοι μόνον αργότερα μπήκαν στην λεγόμενη δημοτική παράδοση των Ελλήνων.Όπως π.χ. τοπικές πελοποννησιακές μορφές όπως ο τσακώνικος, ή ορισμένα είδη βαριούτσάμικου που χορεύονται στη Δυτική Ρούμελη (Παπαδιά).
Βλέπεις λοιπόν ότι διαμορφώνεται ένας ορισμένος τύποςελληνικού φολκλόρ από κάτω προς τα πάνω (γιατί τέτοια είναι η εξάπλωση τουελληνικού κράτους, από το εθνικό κέντρο, από το κράτος των Αθηνών, προς ταβόρεια) και επιβάλλεται σε μια αδιαμόρφωτη και ακαθόριστη ύπαιθρο για την οποίαστην αρχή ούτε οι ίδιοι οι ιθύνοντες των Αθηνών δεν ξέρανε πολύ καλά τηνεθνολογική της σύνθεση. Με την ενσωμάτωση της Άρτας και Θεσσαλίας το 1880-81(μετά την συνθήκη του Βερολίνου που ανέτρεψε την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου)προστίθενται ένα σωρό πράγματα (Βλάχοι, Τούρκοι), και για πρώτη φορά έχουμεέναν σαφώς διακριτό πληθυσμό. Διότι οι Αρβανίτες της Αττικοβοιωτίας καιΑργολιδοκορινθίας είχαν ήδη ενσωματωθεί και εξελληνισθεί είτε πριν από τηνίδρυση του ελληνικού κράτους είτε μετά.

Τα όρια των πληθυσμών στη Μακεδονία

Σήμερα, λοιπόν, πηγαίνοντας στη Μακεδονία, προσπαθείςσιγά σιγά να βρεις, πρώτα – πρώτα και ο ίδιος να προσανατολισθείς, εάν ψάχνειςαυτό το ειδικό θέμα, ποιο είναι το όριο. Υπάρχει κάποιο όριο; Είναιανακατεμένοι οι πληθυσμοί; Ξέρεις καλά ότι έχουν γίνει οι ανταλλαγές του 1925και βλέπεις σιγά σιγά ότι υπάρχει ένα μουσικό ιδίωμα το οποίο ποτέ δεν έχειλόγια, χωρίς στην αρχή να ξέρεις τι είναι αυτοί οι πληθυσμοί. Μετά αν μάθειςκαι θελήσεις να προχωρήσεις, να τοποθετήσεις το μουσικό είδος στην ακριβήπεριοχή, δυσκολεύεσαι.
Βλέπειλοιπόν κανείς ότι στη Φλώρινα, στην Πέλλα, στην Καστοριά, στο ανατολικό κυρίωςμέρος του νομού Κιλκίς, δηλ. στην επαρχία Παιονίας, στις βόρειες επαρχίες τουνομού Σερρών και σε μερικά χωριά του νομού Δράμας, υπάρχει μια κοινή μουσικήπαράδοση η οποία δεν έχει κωδικοποιηθεί, όπως έχει κωδικοποιηθεί στους «μέσα» όπως λένε οι εντός Ελλάδαςσλαβόφωνοι πληθυσμοί όταν αναφέρονται στη Δημοκρατία της Μακεδονίας. (Αυτοίείναι οι «μέσα», εμείς οι «έξω»,πράγμα που δίνει ακριβώς και την αίσθηση μιας κάποιας κοινής ταυτότητας, χωρίςόμως να είναι ρητή η ταυτότητα των εντός Ελλάδος).
Οντόπιος ελληνόφωνος μακεδονικός πληθυσμός της Δ. Μακεδονίας είναι κυρίως στιςπεριοχές που είπε και ο Τάσος: Γρεβενά, Ανασελίτσα, δηλ. επαρχία Βοΐου(πρωτεύουσα είναι η Σιάτιστα), στο νοτιότερο μόνο τμήμα του νομού Καστοριάς, σεδυο ζώνες, δυο μύτες που μπαίνουν μέσα στο σλαβόφωνο πληθυσμό, όπου ταβορειότερα χωριά σε κάθε μία είναι: στο Γράμμο (δυτικά, προς την Ήπειρο, κιέχει σχέση με το Ηπειρωτικό ιδίωμα, και γλωσσικά και στη μουσική) το βορειότεροχωριό είναι το Κοτέλτσι (Κοτύλι) πολύ κοντά στο Νεστόριο, και από την ανατολικήμεριά του νομού Καστοριάς το βορειότερο χωριό είναι το Κοσταράζι, πάνω από τοΒογατσικό. Πάνω από αυτό το όριο δεν υπάρχει ούτε ένα ελληνόφωνο χωριό τηνεποχή της ενσωμάτωσης της Μακεδονίας το 1912. Ότι υπάρχουν πολλά ελληνόφωναχωριά (και ορισμένα τουρκόφωνα) στην περιοχή αυτή σήμερα από τις ανταλλαγές τωνπληθυσμών, αυτό είναι σίγουρο. Ναι. Υπάρχουν επίσης αλβανόφωνα χωριά, καιυπάρχουν και βλάχικα.
Καισιγά σιγά βρίσκεται κανείς προ εκπλήξεων, πολλαπλών εκπλήξεων. Σιγά σιγάανακαλύπτει κανείς την αίσθηση (δεν αναφέρομαι ιστορικά, στις διάφορεςιστορικές περιόδους και στο τι τραβήξανε ή δεν τραβήξανε είτε οι σλαβόφωνοιείτε οι ελληνόφωνοι, κυρίως οι σλαβόφωνοι) ανακαλύπτει την αίσθηση τηςδιαφορετικότητας του κάθε πληθυσμού σε σχέση με την Ελλάδα. Αυτό δηλ. πουονομάζουμε ελληνική εθνική συνείδηση των σλαβόφωνων Ελλήνων δεν είναι εξ’ αρχήςδεδομένο. Αυτό μέχρι σήμερα είναι αισθητό. Πρώτα πρώτα το γλωσσικό όριο είναισαφές και η συνείδηση αυτή υπάρχει και από τις δύο πλευρές: οι ελληνόφωνοιντόπιοι δεν αναφέρονται ως «ντόπιοι» πλέον. «Ντόπιος» είναι το εθνολογικό όνομαμε το οποίο αναφέρεσαι για ένα σλαβόφωνο, η γλώσσα του είναι τα «ντόπια» ή«ντόπικα», όχι τα «σλάβικα», αυτό ποτέ δεν λέγεται. Δηλ., άμα το πεις θα σουαπαντήσουν, αλλά συνήθως είναι τα «ντόπια». Υπάρχει επίσης η τάση στις περιοχέςόπου είναι περισσότεροι Πόντιοι, το σύνολο των προσφύγων να αναφέρονται ως«Πόντιοι», ενώ δεν είναι αλήθεια, δεν είναι όλοι Πόντιοι.

Η εξάπλωση των Βλάχων

Τους Βλάχους τους καταλαβαίνεις πάντοτε ποιοι είναι γιατί αναφέρονταιως Βλάχοι, είναι πάντοτε σε μεγάλο υψόμετρο σε όλες τις περιοχές, εκτός απότους αστικοποιημένους Βλάχικους πληθυσμούς οι οποίοι είναι ένα πολύ σημαντικόμέρος πολλών πόλεων της Θεσσαλίας, της Δ. Μακεδονίας και λιγότερο της Ηπείρου.Το μεγαλύτερο, δηλ. μέρος του λεγόμενου ελληνικού πληθυσμού του Μοναστηρίουείναι κυρίως Βλάχοι από την κατεστραμμένη το 1769 Μοσχόπολη και τη Γράμμουστα,και ένα μέρος από Αρβανιτόβλαχους οι οποίοι εγκαταστάθηκαν ως υπηρετικόπροσωπικό γύρω από τα μεγάλα τζάκια των Ελληνόβλαχων, που λέμε εμείς, του Μοναστηρίου,της Οχρίδος, της Στρούγκας σε μικρότερο βαθμό, του Περλεπέ, της Καστοριάς.Επίσης οι Βλάχοι έχουν μια βαθύτατη φυλετική συνείδηση. Η σημερινή μεγάληεξάπλωσή τους δεν δείχνει την πρώτη τους εξάπλωση, η οποία είναι σε μια περιοχή(μάλλον, σε μερικές σαφείς περιοχές): στην περιοχή της Πίνδου που είναι ανάμεσαστη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και την Ήπειρο (είναι μια ενιαία Βλάχικη περιοχή),σε μια άλλη πολύ μικρότερη, στον Όλυμπο, και μια Τρίτη στο σημερινό νομόΦλωρίνης και αμέσως πάνω από το όρος Πελιστέρ. Εκεί είναι τα κυρίωςεγκατεστημένα Βλάχικα χωριά. Υπάρχουν και μέσα στην Αλβανία, γι’ αυτό καιπρέπει κανείς να βλέπει το πρόβλημα των Βαλκανίων σιγά – σιγά συνολικά: Ανβλέπεις δηλ. μία ελληνική περιοχή, τη Μακεδονία, καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείςνα σταματήσεις εκεί. (Πηγαίνω λίγο χαωδώς, αλλά δεν πειράζει…). Πρώτα πρώτα,από την αίσθηση του «μέσα» και του «έξω» που σας είπα, έπειτα από την εξάπλωσητων Βλάχων που βρίσκονται σε όλες τις γειτονικές χώρες, μέχρι και τη Βουλγαρία.Βλέπεις ότι οι Βλάχοι έχουν ένα δίκτυο οδών το οποίο είτε ως νομάδες, είτε ωςέμποροι στα μεγάλα Βλαχοχώρια της Πίνδου, το εκμεταλλεύονταν και είχαν αυτοίστα χέρια τους ένα μέρος του χερσαίου εμπορίου της κεντρικής Ευρώπης και τηςΡουμανίας και ότι είχαν σχέσεις με τη Ρουμανία και τη Βλαχία. Και επίσης ότι οιΒλάχοι βρίσκονται ας πούμε, σε διάφορες «πολιτιστικές βαθμίδες»: υπάρχουν οιαστικοποιημένοι Βλάχοι της Μοσχόπολης, με αυτόν που λέμε εμείς το «λαμπρόπολιτισμό», που είχαν μια ρωμέικη συνείδηση, και των οποίων η γλώσσα στοεξωτερικό ήταν τα ελληνικά, ως εμπόρων και ως ορθόδοξων Χριστιανών. Υπάρχουνκαι οι Αρβανιτόβλαχοι που είναι νομάδες. Υπάρχουν πολλών «επιπέδων» Βλάχοι, οιοποίοι όλοι μιλούν Βλάχικα και ονομάζουν τον εαυτό τους Αρμάν (οι Ρουμούνοι πουλέγανε στις αρχές του αιώνα οι διάφορες προπαγάνδες). Και η εξάπλωσή τουςδείχνει ακριβώς τη μεγάλη σημασία που έχει η κατοχή των οδών στην προεθνικήεποχή, στην Οθωμανική. Οι Βλάχοι δεν έχουν σαφή εθνική συνείδηση αλλά έχουν έναπάρα πολύ σαφές δυτικό (της δυτικής Βαλκανικής) μουσικό ιδίωμα, που είναικοντινό με τους ελληνικούς πληθυσμούς της Ανασελίτσας και κοινό με τουςαλβανικούς πληθυσμούς.

Οι«ντόπιοι»

Μόλις κατέβεις από τα βουνά που χωρίζουν τη Μακεδονία από τα οροπέδια,την Αλβανία και αυτό που εμείς ονομάζουμε Ήπειρο, και από τα ορεινά τηςΘεσσαλίας, προς τα οροπέδια της Δυτικής Μακεδονίας, αμέσως αλλάζει το μουσικόιδίωμα και βλέπεις μια εντελώς διαφορετική κοινωνική οργάνωση. Αυτό που στιςαρχές ακόμα του αιώνα είναι η ζάντρουγκα.Σήμερα νομίζω ότι δεν υπάρχει πια. Η ζάντρουγκα έχει μικρύνει και έχουνυιοθετηθεί τα νοικοκυριά, ύστερα από την μεγάλη καταστροφή που υπέστησαν τασλαβόφωνα μακεδονικά χωριά στην εποχή του εμφυλίου. Δεν υπάρχει πλέον ηπατριαρχική οργάνωση των σλαβομακεδόνων, στην Ελλάδα τουλάχιστον. Βλέπει όμωςκανείς την απίστευτη ποικιλία των χορών που χορεύονται στην περιοχή. Και ταονόματά τους ακόμα, αν και δεν τραγουδιούνται (Στάνκαινα, Ράικο Κουκουράικο,Πουσνίτσα (Γονατιστός) Ρετσένιτσα, Βέτερ Πουντινάλο, Ρούντο Γιάρνε (σγουρόαρνί), Μπέλο Ολυμπιό (Λευκή Ολυμπιώ) δείχνουν ακριβώς ότι ήταν οικογενειακοίχοροί. Κάθε χωριό έχει διαφορετικούς χορούς και κάθε ζάντρουγκα τους χορεύειδιαφορετικά.

Δ. ΛΙΘΟΞΟΥ: Και έχει και τον άγιό της.

Και τον άγιό της βέβαια. Το οποίο είναι αρχαία σλαβικήπαράδοση, και το οποίο ισχύει σήμερα και στη Σερβία. Έχω μάλιστα την εντύπωσηότι η επίσημη ιστοριογραφία της Δημοκρατίας της Μακεδονίας δεν θέλει ναπολυπαραδεχτεί τη ζάντρουγκα γιατί είναι κάτι το Σερβικό.

Τ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν την αναφέρει καθόλου.

Ακροατής: Μπορείς να πεις τι είναι η ζάντρουγκα;

Η ζάντρουγκα είναι η πατριαρχικήκοινωνική οργάνωση των Σλάβων. Είναι πολύ έντονη στη Σερβία, λιγότερο έντονηστην Κροατία και σαφώς υπαρκτή στα ορεινά κυρίως της Δ. Μακεδονίας (στηΔημοκρατία της Μακεδονίας και εντός της Ελλάδος) και λιγότερη έντονη αλλάυπαρκτή στα ορεινά της Αν. Μακεδονίας και της Δ. Βουλγαρίας.
Λοιπόν για τους χορούς που λέω έχουνγίνει μελέτες. Αναφέρονται ως «αρχαίοι ελληνικοί χοροί», αναφέρεται πάντοτε τομετρικό τους σύστημα, αναφέρεται η μουσική τους κλίμακα. Υπάρχει πράγματι μιακοινή παράδοση, εδώ όμως φαίνονται και τα όρια, ας το πούμε έτσι, των μελετητώντης ελληνικής λαογραφίας. Όταν αναφέρονται στον αντίστοιχο Βουλγαρικό ήΣλαβομακεδονικό χορό, λένε ότι αυτός είναι τεχνητός, είναι «μπαλέτο», διότιλαμβάνουν υπ’ όψη τους μόνο την κωδικοποίηση. Υπάρχει μια πλήρης άρνηση τηςάμεσης σχέσης, της εθνικοφυλετικής και γλωσσικής σχέσης των εν Ελλάδι μακεδόνωνκαι των έξω, είτε αυτοί είναι στη Δημοκρατία της Μακεδονίας είτε στη Βουλγαρία.
Οι ίδιοι οι σλαβόφωνοι της Ελλάδαςκαλλιεργούν πάρα πολύ αυτούς τους χορούς, με έναν ορισμένο τρόπο, πάρα πολύέντονο. Δεν μπορείς όμως να μιλήσεις πολύ άνετα με τους σλαβόφωνους, έστω καιαν ξέρεις πού βρίσκονται, για το τι είναι, τι μιλάνε, τι πιστεύουν. Οι ίδιοισου λένε ότι εμείς είμαστε ντόπιοι. Και κοιτάξτε πώς γίνεται ένα πέρασμα απότην εντοπιότητα, τη μακεδονική εντοπιότητα, σε μια συνείδηση διαφορετικότητας.Αυτό δηλ. που χαρακτηρίζει τους σλαβόφωνους, είτε έχουν, αν έχουν, Μακεδονικήσυνείδηση, είτε όχι (ίσως υπάρχουν αρκετοί που έχουν, πάντως λίγοι τολμούν νατο πουν), είναι ότι αυτοί είναι οι «ντόπιοι», είναι οι Μακεδόνες, και ο «τίτλος ευγενείας» είναι της εντοπιότητας. Ενώ τουπρόσφυγα, ο οποίος ήρθε σε μια περιοχή της οποίας ούτε το όνομα δεν ήξερε, ούτετίποτα, ούτε είχε ένα δέσιμο με τον τόπο αυτό, είναι η «ελληνικότητα», μιαακαθόριστη και γενική ελληνικότητα. Πολύ έντονη σαν αίσθηση, αλλά αυτό που τονδένει αυτόν είναι ο σύλλογός του, ο οποίος είτε αναφέρεται στο χωριό από τοοποίο ήρθε από την Μ. Ασία ή από την Βόρεια Θράκη (τη Βουλγαρία), είτεαναφέρεται γενικά στην περιοχή από την οποία προέρχεται . Κι αυτός ο άνθρωποςέχει προσπαθήσει να βρει «ρίζες» στη Μακεδονία. Κι εδώ ακριβώς έγκειται ηδιαφορά της αίσθησης του εντόπιου από τον πρόσφυγα. Αλλά το ελληνικό κράτοςακριβώς συσκοτίζει αυτήν τη διαφορά, όπως συσκοτίζει στην Ήπειρο τη διαφοράΑρβανίτη και Ρωμιού, όπως και στη Δ. Θράκη (όπου υπάρχει βέβαια ο σαφής, ρητόςδιαχωρισμός Χριστιανών και Μουσουλμάνων) συσκοτίζει και δεν αναφέρεται ποτέστην παράδοση και τη γλώσσα των Πομάκων.
Θα κάνω εδώ μια παρένθεση για τηνεξάπλωση αυτής της «περίεργης», της άγνωστης για μας γλώσσας, αυτό που θέλουμεεμείς να ονομάζουμε ιδίωμα, και που αναφέρεται μερικές φορές στα μουσικολογικάκείμενα ως βορειοελλαδικό ή ντόπιο ιδίωμα. Κάθε φορά που έχω πάω στουςΠομάκους, στα Πομάκικα χωριά, οι ίδιοι λένε ότι στο στρατό ακούγοντας κάποιονσλαβομακεδόνα, χωρίς να ξέρουν τι είναι, νομίζουν ότι είναι Πομάκος. Καινομίζουν ότι είναι Πομάκος από άλλη περιοχή. Διότι η γλώσσα είναι ουσιαστικάκοινή. Εφόσον οι σλαβόφωνοι Έλληνες δεν έχουν περάσει από οποιανδήποτε παιδεία(κάποτε μπορεί να είχαν περάσει, να ήταν «Βούλγαροι», σήμερα όχι) η γλώσσαβρίσκεται στο αγροτικό επίπεδο. Το ίδιο γίνεται και με τους Πομάκους. Το ίδιο γίνεταικαι σε μια περιοχή (ένα πολύ περίεργο πράγμα που δείχνει και τη γεωμετρικήεξάπλωση αυτής της γλώσσας, αν και έχει πάρα πολλές διαλέκτους) πέρα από τηνΓιουγκοσλαβική Μακεδονία, στον Σκάρδο, στο Κόσσοβο δηλ., όπου μουσουλμάνοιμιλούν την ίδια γλώσσα, τουλάχιστον καταλαβαίνονται άνετα με τους Μακεδόνες.Είναι Σλάβοι μουσουλμάνοι, οι οποίοι βρίσκονται κυρίως στην περιοχή τηςΠριζρένης. Είναι αυτό που είπε ο Τάσος λέγοντας ότι στην περιοχή των Σκοπίων ηγλώσσα που μιλάνε σε ένα χριστιανικό χωριό όπου ήταν Σέρβος παπάς είναιδιαφορετική απ’ ότι σε ένα χωριό που υπήρχε Βούλγαρος παπάς. Στουςμουσουλμάνους λοιπόν είναι πιο καθαρή η αίσθηση της μακεδονικής γλώσσας, αυτόείναι το περίεργο, ενώ οι χριστιανοί του Κοσσόβου είναι σαφώς Σέρβοι. Οι μουσουλμάνοιτην έχουν διατηρήσει διότι δεν είχαν ποτέ παιδεία σε σλαβική γλώσσα, και αυτούςτους λένε τορμπές. Όταν τους ρωτήσεις τι είναι, μπορεί να σου πουν Αλβανοί. Τηνεποχή του καθορισμού των εθνικών ορίων τους προσεταιρίσθηκαν μάλλον οι Αλβανοί,ως μουσουλμάνους. Διότι το μεγαλύτερο μέρος των μουσουλμάνων της Μακεδονίας καιτου Κοσσόβου, το 90% ή 95%, είναι Αλβανοί. Εν γένει οι Σλάβοι μουσουλμάνοιονομάζονται πλέον στη Γιουγκοσλαβία Αλβανοί, ενώ «Μουσουλμάνοι» είναι οιΒόσνιοι. Πάμε πολύ μακριά τώρα, αλλά είπαμε, δεν έχει σημασία…
Βλέπεις λοιπόν ότι από την περιοχή των Πομάκων στηνελληνική Δ. Θράκη μέχρι την Πριζρένη, πέρα από τον Σκόρδο και έξω από ταβορειοανατολικά όρια της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, μιλιέται περίπου η ίδιαγλώσσα με διαφορετικές όμως διαλέκτους.

Τ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ: Να σου κάνω μία ερώτηση. Όσον αφορά τη σχέση τους μετο ελληνικό κράτος, κι όσον αφορά τη συλλογική τους ταυτότητα, υπάρχει διαφοράμεταξύ των σλαβόφωνων στην Δυτική, Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία;

Στη Δ. Μακεδονία, όπου είναι πολύ πιοσυμπαγείς οι σλαβόφωνοι πληθυσμοί και πολύ πιο σαφές το γλωσσικό όριο, οιελληνόφωνοι τους ονομάζουν «Βουλγαρόφωνους» ή και «Βούλγαρους» (στο παρελθόν)ενώ οι ίδιοι οι σλαβόφωνοι, κυρίως στο νομό Φλώρινας και Πέλλας, ονομάζουνμεταξύ τους τη γλώσσα τους Μακεδονικά. Όχι όμως μπροστά στους Έλληνες. ΣτοΚωσταράζι ας πούμε, που είναι το βορειότερο ελληνόφωνο χωριό και έχει τηναίσθηση του ορίου, του συνόρου, ο Κωσταραζινός ντόπιος Έλλην θα σου πει ότι απόδω και πέρα είναι βουλγαρόφωνα χωριά, ότι είμαστε όριο εμείς. Το λέει αν τονπιέσεις λιγάκι, αλλά το λέει, ξέρει τι γινόταν στον «Μακεδονικό Αγώνα». ΤαΚορέστια, δηλ. η περιοχή βόρεια από τη λίμνη της Καστοριάς, μεταξύ Βίτσι καιΑλβανικών συνόρων, στον εθνικό δρόμο Καστοριάς – Φλώρινας (που αν και «εθνική οδός»φέτος ασφαλτοστρώθηκε), είναι λέει «Βούλγαροι». Στην Α. Μακεδονία είναι πάντα«Βούλγαροι» και η γλώσσα «Βουλγάρικα», και οι ίδιοι οι σλαβόφωνοι μπορεί ναπουν ότι είναι «Βουλγάρικα». Δε λένε τόσο άνετα ότι είναι Μακεδονικά, όπως θασου πουν στη Δυτική.
Ως προς το ελληνικό κράτος τα χωριάπου έχουν σαφώς εντονότερη Μακεδονική συνείδηση είναι περισσότερο της ΔυτικήςΜακεδονίας, κυρίως της Φλώρινας και του δυτικού τμήματος της Πέλλας και λίγοβόρεια της Καστοριάς. Εκεί, στην περιοχή των Κορεστίων, έχουν πάθει και τημεγαλύτερη πανωλεθρία οι σλαβόφωνοι στην εποχή του εμφυλίου. Όλα τα συνοριακάχωριά αδειάσανε και δεν έχουν γεμίσει παρά με Αρβανιτόβλαχους που ήρθαν εκείνητην εποχή από την Αλβανία και την Ήπειρο. Στα ελληνόφωνα συνοριακά (προς τηνΑλβανία) χωριά του Γράμμου επέστρεψε από την εξορία ο πληθυσμός, ενώ δενεπέστρεψαν οι σλαβομακεδόνες μαχητές του ΚΚΕ και βρίσκονται οι περισσότεροι στηΓιουγκοσλαβία. Στην περιοχή αυτή είναι και πιο έντονη η συνείδηση τηςδιαφορετικότητας και λιγότερη η εκούσια επιλογή της αφομοίωσης, και οι σχέσειςμε το ελληνικό κράτος καθορίζονται και από το πρόβλημα των εξόριστων. Εκείείναι και λιγότεροι οι πρόσφυγες. Το όριο είναι ας πούμε δυτικά του Βαρδάρη(Αξιού).

Ηκοινή κουλτούρα των μακεδονικών πόλεων

Όταν ήταν ενιαία η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν ακριβώς καθαρά ταόρια, διότι η Οθωμανική διοίκηση (πρέπει να το πούμε) δεν λογάριαζε Μακεδονίεςκαι τέτοια. Αυτά είναι ονομασίες των χριστιανικών κρατών, μέχρι ενός σημείουκαι ενός ντόπιου πληθυσμού ο οποίος έχει μια αίσθηση αυτού του γεωγραφικούορίου. Μετά η κάθε χώρα ορίζει τον δικό της τρόπο, όπως τη συμφέρει και με τηνεκάστοτε συγκυρία το πού είναι τα σύνορα και τα όρια. Αυτό το βλέπουμε σήμεραστη Μακεδονία αλλά και στην Ήπειρο (για τους Αλβανούς δεν υπάρχει, ούτε ποτέυπήρχε άλλωστε, «Βόρεια Ήπειρος», το λέει σήμερα η εφημερίδα). Στις μεγάλεςπόλεις, πρωτεύουσες των βιλαετίων, στη Θεσσαλονίκη, στο Μοναστήρι, στα Σκόπια,υπάρχει ένας εθνικός και πολιτιστικός συγκριτισμός που ανήκει σε αυτό που θαλέγαμε βαλκανικό τσαρσί [αγορά]. Υπάρχουν Έλληνες, ελληνόφωνοι (οι οποίοιμπορεί να μην κατάγονται από ελληνόφωνα χωριά), υπάρχουν οι Εβραίοι, υπάρχουνκαι Σλάβοι (από την εποχή που αρχίζουν και δίνουν το όνομά τους δηλ. ωςΒούλγαροι και ως Σέρβοι, έμποροι), υπάρχουν και πολλοί Μουσουλμάνοι. Υπάρχειδηλ. στο αστικό επίπεδο μια πάρα πολύ έντονη κοινή κουλτούρα, ενώ δεν είναικοινή στους αγροτικούς πληθυσμούς.
Αυτό που ήθελα να πω πριν, και που το‘πα πολύ βιαστικά και άτσαλα, είναι ότι υπάρχει μια σαφής διαφορά στη μουσικήμεταξύ σλαβόφωνων, ελληνόφωνων και αλβανόφωνων. Στην πόλη δεν υπάρχει αυτή ηδιαφορά. Εκεί επικρατεί η οθωμανική ορχήστρα, τα όργανα που παίζει ο «Βόσπορος»όταν έρχεται στην Ελλάδα: βιολί, το κλαρίνο όχι (είναι νεώτερο όργανο),κανονάκι, ούτι και καμιά φορά ταμπούρ. Αυτά παίζονται και στις μακεδονικέςπόλεις. Αυτό στην ελληνική δισκογραφία είναι άγνωστο διότι με τις ανταλλαγέςτων πληθυσμών και την κατάργηση των δερβίσικων ταγμάτων έφυγαν πάρα πολλοίσημαντικοί εκπρόσωποι αυτής της κοινής μουσικής παραδόσεως, και το πάνω χέρι τοπήρανε οι ψάλτες (που συχνά είναι κι αυτοί πολύ σημαντικοί) κι οι οποίοισυμμετείχαν πολύ συχνά σ’ αυτήν την αστική ορχήστρα. Στη Βόρεια Μακεδονία όμως,στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, την ενίσχυσε το γεγονός ότι δεν γίνανε ανταλλαγέςπληθυσμών και έμειναν οι μουσουλμάνοι, και σήμερα την ονομάζουν τσαλγκία(τσαλκιτζής=οργανοπαίχτης). Την έχουν στα χέρια τους είτε οι Γύφτοι είτε όλοιμαζί. Δεν είναι καθαρά Μακεδονική, αλλά αντλεί και πάρα πολλά από τη δημοτικήπαράδοση των χωριών. Το αποκορύφωμα αυτής της κοινής μουσικής έκφρασηςβρίσκεται προφανώς στην Πόλη, είναι, στην πιο λόγια εκδοχή της, αυτά που παίζειο «Βόσπορος». Οι συνθέτες και λόγιοι αυτής της μουσικής προέρχονται από κάθεεθνική ομάδα της Αυτοκρατορίας, ως άνθρωποι των πόλεων όμως, και ως έχοντες μίααίσθηση οθωμανισμού, είναι κατά κάποιον τρόπο «Οθωμανοί», ακόμα κι αν είναιΈλληνες, Εβραίοι ή Αρμένιοι.


Ηατελής αφομοίωση

Η πολιτιστική αφομοίωση που έγινε στη Μακεδονία αφορά κυρίως τη γλώσσα,την ολοσχερή κατάργηση της γλώσσας. Κανένας μουσικολόγος δεν καταγράφει σε αυτότο λεγόμενο «ντόπιο ιδίωμα», στα σλάβικα. Δίνεται μια μεγάλη έμφαση στο χορόκαι μόνο στο χορό. Δε θα βρεις ένα κλέφτικο τραγούδι, ένα καθιστικό, τοαντίστοιχο δικό τους ιστορικό τραγούδι, της τάβλας, που να ασχολείται με τακατορθώματα του ενός ή του άλλου. Ακόμα και τα ιστορικά τραγούδια στα οποία οιελληνόφρονες πληθυσμοί αναφέρονταν συχνά για τον εαυτό τους ως Γκρρτς (ωςΈλληνες δηλ.) μια που πολλοί θεωρούσαν ότι είναι Έλληνες. από ένα χρονικό σημείοκαι πέρα, (από τότε που αρχίζει η επιρροή των ελληνικών σχολείων, αρχές – μέσα19ου αιώνα). Ακόμα και τραγούδια σαν αυτό που διάβασε πριν ο Τάσοςκαταργούνται. Διότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια «ξένη γλώσσα», κι αυτή είναι ηγλώσσα που μας ενοχλεί περισσότερο, που πονάει περισσότερο.
Με τους Αλβανούς υπάρχει από τονπερασμένο αιώνα η θεωρία ότι «το ελληνικό έθνος αποτελείται από δύο φυλές,Έλληνες και Αλβανούς», ενώ σήμερα, για την ελληνική πλευρά, η διαφορετικότητατων Ελλήνων προς τους Αλβανούς είναι στο επίπεδο της θρησκείας. Με τους Σλάβουςδεν υπάρχει αυτό το πράγμα και δείχνει και ένα ιδιότυπο ελληνικό ρατσισμό. Όλοιοι ορθόδοξοι Αλβανοί της Νοτίου Αλβανίας, για την Εκκλησία και ένα μέρος απότους ιθύνοντες του κράτους, είναι Έλληνες, μέχρι δηλ. το Ελμπασάν. Αυτή είναι ηαίσθηση του «Βορειοηπειρώτη» που έρχεται σήμερα, ενώ ο μουσουλμάνος είναι«Αλβανός». Εδώ ακριβώς μπορεί να ανιχνεύσει κανείς αυτή τη μορφή του ελληνικούεθνοκεντρισμού, που είναι ο ρατσισμός.
Με τους Σλάβους το θέμα είναι ότι δεν πρέπεισώνει και καλά να είναι Σλάβοι. Λόγω του ότι η ελληνική ιστορία άρχισεουσιαστικά από την επίθεση που νόμισε ότι δέχτηκε από τον Φαλμεράγιερ και μετάκαι από τον πανσλαβισμό. Έτσι τα πάντα ερμηνεύονται με έναν ορισμένο τρόπο. Τοβασικό λοιπόν στοιχείο του προβλήματος με τους Σλάβους είναι η γλώσσα, ησλαβική. Και η πολιτιστική τους αφομοίωση είναι ελλιπής.
Οι εντός Ελλάδας Αλβανοί ορθόδοξοι τηςΗπείρου υιοθέτησαν μόνοι τους το ελληνικό τραγούδι και κατήργησαν τη δική τουςπεντατονία και πολυφωνία, η οποία ήταν κοινή μόνο για μερικούς Έλληνες μιαςπεριοχής, του Πωγωνίου και του Φιλιατιού, και στους ελληνόφωνουςΒορειοηπειρώτες: ένα περίεργο πολυφωνικό τραγούδι. Ενώ δηλ. στην Δ. Μακεδονίαείναι σαφής η διαφορά, στην Αλβανία είναι έμμεση. Η πεντατονική κλίμακα υπάρχεικαι στους ελληνικούς πληθυσμούς αλλά στην ελληνική Ήπειρο, η αλβανική γλώσσακαταργείται εκούσια, και κυρίως μετά το 1944.
Και έχω την εντύπωση ότι οιαλβανόφωνοι του κάμπου της Αχερουσίας, συμμετέχοντας σε αυτό που λέμε ελληνικόεθνικισμό και ελληνική εθνική ιδέα, λέγαν τα τραγούδια των διαφόρων κλέφτικωνκύκλων (Αληπασαλίδικο, Μπότσαρη κτλ.) -οι άντρες κυρίως που ξέραν Ελληνικά. Οιγυναίκες, που διατηρούν μια αρχαιότερη παράδοση, εσωτερική της κοινότητας, στηγλώσσα τους (τραγούδια του οίκου και όχι της πλατείας) μάθανε ορισμένατραγούδια στα Ελληνικά από κοριτσάκια ορισμένων ελληνόφωνων ορεινών χωριών τουΣουλίου (π.χ. Σαμονίβα) τους οποίους όμως ελληνόφωνους τους αποκαλούσανΓκρέκους (όπως Γκρέκους αποκαλούν και οι Βλάχοι τους ελληνόφωνους).
Αντίθετα στην Δυτική Μακεδονία ποτέκανένας σλαβόφωνος δεν έμαθε ούτε είπε ελληνικό τραγούδι (αν έγινε είναι κατ’εξαίρεση). Κι εδώ είναι η διαφορά με την Αν. Μακεδονία, όπου σε μερικά χωριάπροσαρμόζεται ένα ελληνικό τραγούδι πάνω σε μια κλίμακα εντελώς τοπική.


Δημήτρης Λιθοξόου
(Το Μακεδονικό Ζήτημα και η συγκρότηση του Ελληνικούεθνικού μύθου)

Καταλαβαίνωπως έχετε κουραστεί, αλλά γι’ αυτά τα πράγματα μπορείς να μιλάς πολλές μέρες,και μπορείς να μιλάς πολλές μέρες γιατί για δεκαετίες έχουν ειπωθεί πάρα πολλάψέματα. Τόσα ψέματα που όταν πρωτοξεκινήσεις να αντιμετωπίσεις τα γεγονότα καιόχι τους μύθους, στην αρχή αυτό που παθαίνεις, και το έπαθα εγώ, είναι νακλονιστεί ο ελληνισμός μέσα σου. Να αισθανθείς ντροπή γιατί είσαι Έλληνας. Ίσωςμέσα απ’ αυτή τη διαδρομή φτάσεις σε ένα σημείο που να δηλώσεις: εγώ δεν έχωπια εθνική συνείδηση. Όπως κάνω εγώ σήμερα. Πιστεύοντας ότι το έθνος είναι τόσουπαρκτό όσο ο Θεός, δηλώνω ότι και άθεος είμαι και εθνική συνείδηση δεν έχω,ξέρω όμως βέβαια, βλέποντας τον ταλαίπωρο ανθρωπάκο στο συλλαλητήριο ντυμένοΜεγαλέξανδρο, ότι αν πιστεύεις στο έθνος μπορείς σαν τον Παύλο Μελά να πας στηνΣιάτιστα και να σκοτωθείς (γιατί έχεις το βάρος της κληρονομιάς μιαςοικογένειας που λέγεται Μελάδες και είσαι και γαμπρός των Δραγούμηδων, κι όλοαυτό σου έχει σιδερώσει το μυαλό), ξέρω ότι αν πιστεύεις στην Ορθοδοξία καιείσαι πρωτοχριστιανός πέφτεις στα λιοντάρια για να σώσεις την ψυχή σου, αλλάεάν δεν πιστεύεις, δεν κάνεις τίποτα.
Θα ξεκινήσω με ένα απόσπασμα απόκάποιον πανεπιστημιακό δάσκαλο. Λίγα είναι τα αποσπάσματα, σαν κι αυτό που θαπω, που μας έχουν συνηθίσει οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι. Είναι του Σπύρου Ασδραχά από τα Ζητήματα Ιστορίας. Λέει λοιπόν οΑσδραχάς ότι η «χρήση της Ιστορίας στηνΕλλάδα είναι κατεξοχήν ιδεολογική και την επιβάλλει η ενσωμάτωση τωνλειτουργικών λογίων στο σύστημα μιας κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας πουεκφράζεται με μια σειρά στερεότυπα». Βέβαια στη συνέχεια ο Ασδραχάς, ωςρομαντικός και ίσως και ως επαγγελματίας που διαθέτει μια αξιοπρέπεια για τηδουλειά που κάνει και θέλει να τη σώσει, ελπίζει ότι μέσα σ’ αυτό το κράτοςκάποια στιγμή θα υπάρχουν περιθώρια για να κάνεις Ιστορία και όχι Ιδεολογία.Να μιλήσεις για τα γεγονότα και να μη χτίζεις μύθους. Προσωπικά θα διαφωνήσωμαζί του. Από τη στιγμή που θα το κάνεις αυτό θα πάψεις να είσαι λειτουργικόςλόγιος. Θα βρεθείς χωρίς δουλειά.
Ας κάνουμε λοιπόν ζημιά στα«στερεότυπα», εγώ δεν είμαι επαγγελματίας και μπορώ να το κάνω.

Ηχρήση των απογραφών

Στην Καθημερινή, πριν απόέναν περίπου μήνα (επαναλήφθηκε και στο επόμενο φύλλο), βγήκε ένα ένθετο γιατην Ιστορία της Μακεδονίας, το οποίο είπαν μάλιστα ότι σε συνεργασία με τοΥπουργείο Παιδείας, θα διανεμηθεί σε όλα τα σχολεία της Ελλάδας. Ας δούμελοιπόν τι έχουν να τραβήξουν τα καημένα τα ελληνόπουλα.
Θα ξεκινήσω με μια απογραφή για τηνοποία λέει:
«Την εποχή του έντονου ελληνοβουλγαρικούανταγωνισμού είχαν κυκλοφορήσει διάφορες στατιστικές για την εθνολογική σύνθεσητου πληθυσμού της Μακεδονίας. Τα αριθμητικά στοιχεία παρουσιάζουν τεράστιεςδιαφορές μεταξύ τους, γιατί οι στατιστικές στηρίζονταν σε διάφορα κριτήρια καιεπεδίωκαν να εξυπηρετήσουν τις εθνικές επιδιώξεις των συντακτών τους. Συνήθωςοι Βούλγαροι βασίζονταν στην ομιλούμενη γλώσσα, ενώ οι Έλληνες έπαιρναν ως βάσητην εθνική συνείδηση ή την εκκλησιαστική ένταξη των κατοίκων στο ΟικουμενικόΠατριαρχείο ή την Βουλγαρική Εξαρχεία. Ίσως πλησιέστερα στην πραγματικότητα(και αυτό έχει σημασία) ήταν η τούρκικη απογραφή του Χιλμή Πασά (1904), η οποίαεμφάνιζε την ακόλουθη αναλογία Ελλήνων και Βουλγάρων».
Να λοιπόν πώς κατασκευάζουμε τουςμύθους χρησιμοποιώντας τα στοιχεία μιας απογραφής. Πρώτον εμφανίζεται ότι ηΜακεδονία, η γεωγραφική Μακεδονία, δηλ. τα τρία βιλαέτια Σκοπίων, Μοναστηρίουκαι Θεσσαλονίκης, αποτελείται από Έλληνες και Βούλγαρους. Τα πράγματα δεν ήτανέτσι. Ήταν Πατριαρχικοί και Εξαρχικοί. Στη συνέχεια δίνει τα νούμερα. Σας δίνωτα συνολικά:
Πατριαρχικοί(τους ονομάζει Έλληνες) 648 χιλιάδες
Εξαρχικοί(τους ονομάζει Βούλγαρους) 557 χιλιάδες
Τι φαίνεται εδώ λοιπόν. Ότι όταν μοιράστηκεη Οθωμανική Αυτοκρατορία υπήρχαν Έλληνες και Βούλγαροι, και προφανώς οι Έλληνεςήταν περισσότεροι από τους Βούλγαρους. Άρα: ιστορικά δικαιώματα, τίτλοιιδιοκτησίας πάνω στην κληρονομιά του μακαρίτη. Αυτά θα διδαχθούν τα παιδάκια.
Ας δούμε τώρα ποια είναι ηπραγματικότητα. Ας πάμε στην απογραφή του Χιλμή Πασά όπως αυτή δημοσιεύτηκε τηνπερίοδο εκείνη στον Τύπο. Κι όπως δεν την ξαναχρησιμοποίησε κανένας Έλληναςιστορικός από τότε.
Υπάρχουν δύο εκδοχές της απογραφής. Ημία είναι κατά θρησκεία κι η άλλη είναι κατά θρησκεία και γλώσσα. Οι Έλληνεςιστορικοί όταν μιλούν για την απογραφή Χιλμή και δεν παραποιούν (γιατί συνήθωςκαι αυτήν την παραποιούν), μιλούν μόνο κατά θρησκεία. Δε μιλούν για γλώσσα.Αλλά πριν πάμε εκεί ας σταθούμε σε μια πολύ βασική νοθεία που έχει γίνει: Αναθροίσουμε και των τριών βιλαετίων τον πληθυσμό και μετρήσουμε πόσοι ήτανΜουσουλμάνοι και πόσοι ήταν Ορθόδοξοι, θα δούμε ότι το Ισλάμ ήταν 54,2%. Αυτή ηαπογραφή είναι η πρώτη που γίνεται κάτω από διεθνή έλεγχο. Δηλαδή δεν υπάρχεινοθεία και κανένας (ούτε εκείνη την εποχή) δεν την έχει κατηγορήσει γιαχαλκευμένη. Ξεκινάνε λοιπόν τα εθνικά κράτη των Βαλκανίων να διαμελίσουν τηνΟθωμανική Μακεδονία που οι πληθυσμοί της κατά 54,2% (η πλειοψηφία) δεν είναιΧριστιανοί.
Ας δούμε τώρα πόσοι είναι Πατριαρχικοίκαι πόσοι Εξαρχικοί, σύμφωνα πάντα με τα νούμερα της απογραφής. Οι Πατριαρχικοίλοιπόν είναι το 20,5% και οι Εξαρχικοί το 17,6%. Όταν όμως λέει «Έλληνες» (δηλ.Πατριαρχικούς) εννοεί σλαβόφωνους Πατριαρχικούς, αλβανόφωνους Πατριαρχικούς,ελληνόφωνους Πατριαρχικούς, βλαχόφωνους Πατριαρχικούς (υπάρχουν και λίγα χωριάτουρκόφωνων).
Ας έρθουμε στη δεύτερη εκδοχή (γλώσσα- θρησκεία μαζί) που δεν συμφέρει να την αναφέρουμε.
ΕξαρχικοίΒούλγαροι 19,8%
ΠατριαρχικοίΒούλγαροι 11%
ΣύνολοΒουλγάρων 30,8%
Σέρβοι 3,5%
Έλληνες 10,5%
Όταν λοιπόν τα ελληνικά στρατεύματαξεκινούν να απελευθερώσουν τη Μακεδονία, ξεκινούν να απελευθερώσουν τοελληνόφωνο 10,5% του πληθυσμού. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.

Τα«δίγλωσσα φαντάσματα»

Να γίνω τώρα λίγο πιο συγκεκριμένος. Το πώς είναι συγκεντρωμένοι οιπληθυσμοί τα είπε λίγο ο Τάσος, να τα ξαναπώ και εγώ. Είδαμε ότι η ελληνόφωνηγραμμή είναι Ανασελίτσα, Γρεβενά, Ελασσόνα, Κατερίνη και Κασάνδρα (Χαλκιδική).

Τ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ:….και Θάσος.

…και Θάσος βεβαίως.
Υπάρχει μια συμπαγής περιοχή Καλάρια – Κοζάνη, η οποίαείναι τουρκόφωνη, και υπάρχει και ένα κομμάτι το οποίο βρίσκεται στα σύνορα μετη Δυτική Θράκη, δηλ. η περιοχή Πράβι- Δράμα- Καβάλα- Σαρί Σαμπάν, όπου είναιτουρκόφωνοι στην πλειοψηφία πληθυσμοί (δε μιλώ ακόμα για εθνικές συνειδήσεις,αυτό είναι μια άλλη ιστορία), τους οποίους τους «πούλησε» η Τουρκία. Στηνανταλλαγή των πληθυσμών έγινε ένα παζάρι. Θέλω να κρατήσω στηνΚωνσταντινούπολη, λέει η Ελληνική Κυβέρνηση, τους Έλληνες. Θέλω την Ίμβρο καιτην Τένεδο. Τι θα μου μείνει μέσα; Στο παζάρι δεν χωρούσαν αυτοί οι ταλαίπωροιπου ζούσαν σε μια γεωγραφική συνέχεια με τους Τούρκους της Θράκης. Τους πήρανλοιπόν οι Τούρκοι ενώ τους άλλους τους αφήσανε. Βλέπουμε λοιπόν πώς λειτουργείκαι το Τούρκικο κράτος απ’ την άλλη πλευρά.
Κι ερχόμαστε και στη σλαβόφωνη ζώνη που είναιΚαστοριά, Φλώρινα, Βοδενά, Γιαννιτσά, Γευγελή, Καφαντάρ, Δεμιρ – Χισάρ(Σιδηρόκαστρο). Στα «δίγλωσσα φαντάσματα», γιατί αυτό είναι που καίει σήμερα.
Ο πρώην υπουργός εξωτερικών επί ΠΑΣΟΚ, Καψής, γράφει ότι δεν είναι το πρόβλημαη ονομασία, το πρόβλημα είναι να μην δημιουργηθεί Μακεδονικό Κράτος. Αυτό είναιπου καίει. Γιατί από εδώ υπάρχει μία μειονότητα: τα «δίγλωσσα φαντάσματα».Εμείς αρνούμαστε την ύπαρξή της. Κάποτε βέβαια κάναμε παζάρι με τους Βούλγαρουςγια το αν θα την χαρακτηρίζαμε «Βουλγαρική μειονότητα» και με την παρέμβαση τηςΣερβίας στην απογραφή του ‘28 βρέθηκε να είναι «Μακεδονο-σλαβική» για να γίνειστη συνέχεια το ‘40 και το ‘50 απλώς «σλαβόφωνη».
Η «μειονότητα» (ας μην την χαρακτηρίσουμε σανΜακεδονική, Ελληνική ή Βουλγαρική, έχει πάντως συνείδηση της διαφορετικότητας),λέει ένα ανέκδοτο: Όταν το 1912 ένας ταγματάρχης του Ελληνικού στρατού (είναιπραγματικό γεγονός) πάει να ξεκουραστεί σε ένα μπακάλικο, μαζεύονται οι Σλάβοιτου χωριού και αυτός προσπαθεί να τους βγάλει λόγους, πως επιτέλους τα ελληνικάστρατεύματα ήρθαν και τους απελευθερώσανε. Η απάντηση κάποιου ντόπιου είναι:«κ. Ταγματάρχα, από τους Τούρκους μας ελευθερώσατε, από σας ποιος θα μαςελευθερώσει;». «Κόκκαλο ο ταγματάρχης», γράφει η αναφορά προς το νομάρχηΦλώρινας το 1935 (υπάρχει σε επίσημη έκθεση σε αρχείο) όπου ενημερώνεται τοΕλληνικό κράτος για την μειονοτική συνείδηση. «Αυτό το ανέκδοτο κυκλοφορεί απότότε και θα κυκλοφορεί στον αιώνα τον άπαντα», είναι το σχόλιο του συντάκτη τηςέκθεσης.
Τα «δίγλωσσα φαντάσματα» σύμφωνα λοιπόν με τον Χολέβα(«Οι Έλληνες της Μακεδονίας»)…
Τ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ: …πρώην υπουργός της Χούντας…

...είναι ελάχιστα, είναι συγκεντρωμένα κάπου γύρω στηνΦλώρινα, έχουν ελληνική εθνική συνείδηση, και το πιο βασικό, είναι «δίγλωσσα».Δεν άκουσα κανέναν Έλληνα πολιτικό ή διανοούμενο να πει ότι οι Έλληνες τηςΒόρειας Ηπείρου είναι «δίγλωσσοι». Διότι ένας πληθυσμός που ζει μέσα σε ένακράτος που έχει μια άλλη γλώσσα σαν επίσημη, και ο οποίος πρέπει να επιζήσει,πρέπει να γίνει «δίγλωσσος». Ήταν Έλληνες, και μάθανε και τη σλαβική γλώσσα; Ήμήπως ήταν σλαβόφωνοι και αναγκάστηκαν με την υποχρεωτική Παιδεία (γιατί ήταναπαγορευμένη γλώσσα και ποτέ δεν πέρασε στα σχολεία) να γίνουν δίγλωσσοι;Εξαγριώθηκε το Υπουργείο Εξωτερικών με την προχτεσινή δήλωση των εθνικιστών τηςΑλβανίας, την είπαν ελληνόφωνη κι όχι Ελληνική. «Πώς τολμάτε, είπαν, και τολέτε αυτό;». Καλά εσείς πώς τολμάτε και λέτε δεν υπάρχει μειονότητα όταν ητελευταία έκθεση του State Department αναφέρει ότιμέσα σ’ αυτόν τον πληθυσμό υπάρχει και ένα κομμάτι το οποίο δηλώνει«Μακεδόνες».
Όταν πρόσφατα μέσα σε ένα καφενείο ενός σλαβόφωνουχωριού είπα σε κάποιους ανθρώπους «εσείςείστε Σλαβομακεδόνες;» μου είπαν: «Ε, όχι και Σλαβομακεδόνες. Το ακούμε απότους άλλους, θα τ’ ακούμε κι από σένα; Μακεδόνες είμαστε». Ένα μικρό κομμάτιδηλ. έχει διαμορφώσει αυτή τη στιγμή Μακεδονική εθνική συνείδηση. Όπως οι ίδιοιπληθυσμοί στο παρελθόν είχαν διαμορφώσει Βουλγαρική εθνική συνείδηση, κι όπωςένα κομμάτι απ’ αυτούς έχει Ελληνική εθνική συνείδηση. Υπάρχουν και τα τρία.


Το«συνοθύλευμα των Σκοπίων»

Να έρθω τώρα στονΣαμαρά. Ξέρουμε το παραμύθι ότι όλα είναι δημιούργημα του Τίτο. Ο Σαμαράς όταναπευθύνεται στους 11 συναδέλφους του, και δε μιλάει (μέσω των δορυφόρων πουέχει βάλει) στο συλλαλητήριο, έχει μια άλλη γλώσσα. Διότι αλλιώς γίνεταιγελοίος στην Ευρώπη. Η Ευρώπη ξέρει την Ιστορία διαφορετικά απ’ ότι την έμαθε οίδιος στα ελληνικά σχολεία. Και έχει και συμβούλους που τον προφυλάσσουν από τονα γίνει ρεζίλι. Τι λέει λοιπόν ο Σαμαράς; (δημοσιεύτηκε όλο το κείμενο στοΠοντίκι):
«Τοπροοίμιο του Συντάγματος των Σκοπίων αναφέρει ότι η νεότευκτη Δημοκρατίαβασίζεται πάνω στις κρατικές νομικές παραδόσεις της Δημοκρατίας του Κρούσοβο(1903) [την επανάσταση του Ίλιντεν δηλ., την «ψευδοεξέγερση» για τους Έλληνεςιστορικούς] και στις ιστορικές αποφάσεις της Αντιφασιστικής Συνέλευσης του Λαούγια την απελευθέρωση της Μακεδονίας που πέρασαν το 1944. Πράγματι το μανιφέστοτου Κρούσοβο της 2ας Αυγούστου του 1903 ήταν μια έκκληση προς το λαό να έρθεικάτω από τη σημαία της Αυτόνομης Μακεδονίας».
Και βγαίνουν στη συνέχεια τα mass media (γιατί εκεί παίζεται το παιχνίδι σήμερα, όχι στοσχολείο αλλά στο χαζοκούτι, στις εφημερίδες και στα ραδιόφωνα) και κάνουν πλύσηεγκεφάλου σε όλον το ελληνικό λαό, του δημιουργούν ψυχώσεις. Και σε λίγο θα τονστέλνουν να μαζεύει τα κόκαλα των παιδιών του στα σύνορα. Και ξαφνικάανακαλύψαμε ότι υπάρχουν και 260.000 Έλληνες από «κει». Πώς; Μα μας άνοιξε ηόρεξη. Αν δεν δημιουργήσουμε «μειονότητα» σήμερα, πώς θα την διεκδικήσουμεαύριο; Όταν θα πάμε στους Άγιους Σαράντα, στην Κορυτσά, στο Τεπελένι, στηνΟχρίδα, στο Μοναστήρι, πρέπει να υπάρχουν ελληνικοί πληθυσμοί. Οι «Έλληνες τουΜοναστηρίου» λέει. Μα Βλάχοι ήταν!
Να διαβάσουμε μια επίσημη απογραφή του1981 (η οποία ποτέ δεν αμφισβητήθηκε) της Δημοκρατίας της Μακεδονίας (εγώ τηναναγνωρίζω και δεν με ενδιαφέρει τι κάνει το ελληνικό κράτος). Το Βήμα απ’ όπουτη διαβάζω το μόνο σχόλιο που κάνει είναι:
«Από την επίσημηαπογραφή των Σκοπίων [αυτή η χώρα δεν έχει όνομα, σα να λέμε το κράτος τηςΑθήνας] προκύπτει ότι το έθνοςαποτελείται από 25 εθνότητες ή εθνικές ομάδες, κατάλοιπο των μεγάλωνμετακινήσεων της Οθωμανικής περιόδου, και με την τεχνητή συγκόλληση των ομάδωναυτών επιχειρείται η δημιουργία έθνους που δεν μπορεί να είναι τίποτα λιγότεροαπό έναν πολιτειακό Φραγκενστάιν» (ο όρος Φραγκενστάιν ανήκει κι αυτός στονΚαψή). Ας δούμε λοιπόν την απογραφή. Αν εξαιρέσουμε το κομμάτι των Αλβανών πουέκανε δημοψήφισμα, και που απ’ ό,τι φαίνεται, μαζί με Αλβανία και Κόσσοβο πάνεγια τη «Μεγάλη Αλβανία» γιατί έχουν άλλη εθνική συνείδηση, ένα συμπαγές δηλ.κομμάτι που μπορεί κάλλιστα να αυτονομηθεί (αυτό το ελληνικό κράτος το έχειφτάσει σήμερα σε 40%, σύμφωνα με την απογραφή αυτή του ‘81 είναι 19,8%), τουπόλοιπο που απομένει τι είναι;
Μακεδόνες 1.261 χιλιάδες (67%)
Τούρκοι 86 χιλιάδες (4,5%)
Γύφτοι 43 χιλιάδες (2,3%)
Βλάχοι 6 χιλιάδες (0,3%)
Σέρβοι 44 χιλιάδες (2,3%)
Έλληνες 700 άτομα (0,1%)\
Αυτό λοιπόν είναι το «συνοθύλευμα πουτολμάει να δημιουργεί προβλήματα στην Ευρώπη», και που «θα φαγωθούν μεταξύτους». Ένα σοβαρό πρόβλημα υπάρχει. Με τους Αλβανούς. Δεν υπάρχει άλλο (δικότους βέβαια) εκεί. Αντίπαλοι εθνικισμοί είναι ο Μακεδονικός και ο Αλβανικός.

Η στατιστική εξαφάνιση

Να προχωρήσω σε κάποιες άλλες απάτες του ελληνικού κράτους. Η πρώτηαπογραφή που έκανε το ελληνικό κράτος για να μετρήσει αυτούς τους πληθυσμούςήταν το 1920. Υπήρχε ερωτηματολόγιο για θρησκεία και γλώσσα. Πριν από τηνανταλλαγή των πληθυσμών. Τα μαζέψανε τελικά και στο μαγείρεμα δεν βγαίνανε. Τικάνανε λοιπόν: δημοσιεύσανε τους τόμους μόνο για τη Νότια Ελλάδα. Για Μακεδονία– Θράκη δε βγάλανε τίποτα. Το ‘28 υπήρχε και πίεση. Αποφάσισαν να τουςμετρήσουν. (Έχει γίνει η ανταλλαγή σύμφωνα με τη σύμβαση Νεϊγύ όπου φεύγει ένακομμάτι, 66.000, που έχει Βουλγαρική εθνική συνείδηση, παρά την άρνηση του Βουλγαρικούκράτους, και την παρότρυνσή του να παραμείνουν στα πάτρια εδάφη). Τους βγάζουνλοιπόν 82.000. Το ‘40, 85.000 και το ‘50 τους κατεβάζουν στις 41.000. Λένε τοεξής: Ήταν αυτές οι 80.000, έγινε ο εμφύλιος πόλεμος, οι κακοί του ΝΟΦ και ΣΝΟΦπήγανε με τους κομμουνιστές, τιμωρηθήκανε γι’ αυτό, πήγανε εξορία, καθαρίσαμεμαζί τους. Απομείνανε λοιπόν κάποια «φαντάσματα», 40.000. Ε, πήγανε και στονΚαναδά, πήγανε και στην Αυστραλία, κατεβήκανε και στην Αθήνα και τηΘεσσαλονίκη, τι απέμεινε, κάποιοι ελάχιστοι που εξελληνισθήκανε.
Κάνω μια παρένθεση για τονεξελληνισμό. Έτυχε και πήρα μια συνέντευξη απ’ τον Καντιώτη. (Δημοσιεύτηκε στηνΑυγή). Έλεγε λοιπόν ο Καντιώτης ότι «κάναμεό,τι ήταν δυνατό για να τους εξελληνίσουμε».
«Δέσποτα,τι κάνατε;» «Δεν υπάρχει και πολλή συνεργασία μεταξύ Εκκλησίας και Κράτους. Τανηπιαγωγεία προσπάθησαν να κάνουν μια δουλειά». Να ανοίξω μια παρένθεση μέσα στην παρένθεση και να μεσυγχωρέσετε, γιατί θυμήθηκα την ζάντρουγκα που λέγαμε πριν. Όταν ο Καραβίδας το1924- 25 φεύγει από το Υπουργείο για να μελετήσει το φαινόμενο της ζάντρουγκας(δηλ. της πατριαρχικής κοινότητας με τα 60-70 μέλη, την ιδιαιτερότητά της καιπώς λειτουργεί) λέει το εξής: «Θέλετε να εξελληνίσετε αυτούς τους πληθυσμούς:διαλύστε την ζάντρουγκα. Όσο η μητέρα μπορεί να σώζει τις παραδόσεις, τι να σουκάνει το νηπιαγωγείο, αυτές είναι κλειστές κοινότητες. Έχει μέσα και κουβαλάειαιώνων παράδοση που τη μεταφέρει από γενιά σε γενιά. Κάντε τη μικρή οικογένεια:3-4-5 άτομα, να είναι πιο εύκολος ο εξελληνισμός». Επίσημη πρόταση προς τηνΕλληνική Κυβέρνηση.
Λοιπόν οι απογραφές αυτές είναι όλεςχαλκευμένες. Ο μόνος τρόπος για να το αποδείξεις, πράγμα που το επιχείρησα,είναι να μετρήσεις τον πληθυσμό των χωριών. Κάποια στιγμή δηλ., άμα ψάξεις πολύβλέπεις ποια είναι τα σλαβόφωνα χωριά, ποια είναι τα ελληνόφωνα, ποιοιπρόσφυγες ήρθαν, πού εγκαταστάθηκαν. Μετά μπορείς να πάρεις τα επίσημα στοιχείατων απογραφών κατά χωριό και να τα αθροίσεις. Κάνοντας λοιπόν αυτή τη δουλειά,(όχι για το σύνολο της Μακεδονίας γιατί δεν είχα το χρόνο ακόμα, μόνο για τοκομμάτι Καστοριάς – Φλώρινας) έφτασα στα εξής συμπεράσματα:
Το 1928 η επίσημη απογραφή δίνει38.562 «Μακεδονοσλάβους» στους δύο αυτούς νομούς. Το άθροισμα των χωριών βγάζει73.000.
Το 1940 ο πραγματικός αριθμός έχειανέβει σε 90.000 ενώ η απογραφή δίνει 39.000.
Το 1951 όπου «εξαφανιστήκανε» και τουςβγάζει 15.000, είναι στην πραγματικότητα 54.000, τρεισήμισι φορές απάνω δηλ.
Στην απάτη αυτή έχουν όμως στηριχθείαπό κει και πέρα όλοι οι Έλληνες ιστορικοί. Απάτη πάνω στην απάτη.

Τ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ: Σε καμιά επίσημη απογραφή δε δίνεται αριθμός μητρικήςγλώσσας ανά χωριό. Δίνεται πακέτο, όλος ο νομός. Ανά χωριό δίνεται αριθμόςκατοίκων. Οπότε, αν μετρήσεις τα χωριά που σύμφωνα με όλες τις πηγές είναι μόνοσλαβόφωνα ή μόνο βλαχόφωνα κλπ. βγαίνει αυτό το νούμερο.

Δ. ΛΙΘΟΞΟΟΥ: Να συμπληρώσω ότι τελευταία φορά που τολμήσανε ναδημοσιεύσουν στοιχεία είναι το ‘51. Το ‘61,, ‘71, ‘81, 91, για λόγους όπωςκαταλαβαίνετε που είχαν να κάνουν με την στατιστική εξαφάνιση της μειονότητας,δεν απογράφηκαν μειονότητες.

Ακροατής: Δεν κατάλαβακαλά το τέλος με τις απογραφές, το πώς δουλεύεις δηλαδή.
-Έπιασα και έβαλα όλα τα χωριά πάνω στο χάρτη.Ομαδοποιώ τα χωριά σύμφωνα με τη γλώσσα τους, και αφού υπολογίσω σαν ποσοστότους πρόσφυγες εκεί όπου έχουν εγκατασταθεί σε μεικτά χωριά, αθροίζω.
-Αλλά υπάρχειμία εξέλιξη του πληθυσμού…
-Να μιλήσουμε συγκεκριμένα για τον τρόπο δουλειάς. Ναπιάσουμε ένα χωριό, τον Άγιο Νικόλαο. Αυτό το χωριό το 1913 είχε 262 κατοίκους.Στην απογραφή του 1940 είχε 155 και στην απογραφή του 1951 είχε 75. Υπολογίζωτους πραγματικούς αριθμούς. Αν λοιπόν υπολογίσουμε ότι σ’ αυτό το χωριό υπάρχεικαι χωροφύλακας και παπάς (η μη ντόπια διοίκηση), ένα ποσοστό 2-3%, και τοαφαιρέσουμε, βγάζουμε το νούμερο.

Μετονομασίες
…Το χωριό αυτό λέγεται Άγιος Νικόλαος ή Τσουρίλοβο.Ένας από τους τρόπους εξελληνισμού ήταν να αλλάξουν τα ονόματα των χωριών.

(Ο ίδιοςακροατής): Σε όλη την Ελλάδα έγινεαυτό, ακόμα και στην Κρήτη.

Λ.ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ: Εκτός από την ΕπιτροπήΜετονομασιών των οικισμών και των τοπωνυμίων, των κυριοτέρων, όχι όλων,υπάρχουν επί Μεταξά και οι αλλαγές ονομάτων των κατοίκων. Ιδίως στην περιοχήαυτή. Των περισσοτέρων δηλ. ονομάτων αλλάχτηκε είτε η κατάληξη είτεεξελληνίστηκε είτε μεταφράστηκε το όνομα.

Δ. ΛΙΘΟΞΟΥ: Σήμερα υπάρχουν αιτήσεις των κατοίκων στις κοινότητεςγια να ξαναπάρουν τα παλιά σλάβικα ονόματα. Αυτό έχει να κάνει με τα «δίγλωσσαφαντάσματα» που ακούνε συνέχεια στην τηλεόραση και τους σπάει τα νεύρα.

Τ.ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ: Έχοντας κάποια εμπειρίααπό κουβέντες με βλαχόφωνους, ξέρω ότι τα παλιά ονόματα εξακολουθούν ναυπάρχουν (και το ίδιο γίνεται και στα μακεδονικά χωριά) ως παρατσούκλια.Υπάρχει δηλ. μια παράλληλη αίσθηση της ιστορικής συνείδησης και συνέχειας όπουοι άνθρωποι έχουν διπλά ονόματα. Αυτό υπάρχει και σε άλλες χώρες. Π.χ. στιςΦιλιππίνες υπάρχει το παλιό όνομα από την ονοματολογία των φυλών και τοισπανικό ή αμερικάνικο όνομα, που είναι και το επίσημο. Όσον αφορά τα κριτήριαμε τα οποία έγινε η αλλαγή των ονομάτων, πολύ συχνά είχαν να κάνουν για τις μενμετονομασίες τοποθεσιών, με το αν υπήρχε εκεί κοντά κάποια αρχαία πόλη, ή μετην μετάφραση ενός ξένου ονόματος. (Εξισού – άμεση μετάφραση από τα τούρκικα:Ξυνό νερό. Δεμίρ Χισάρ- άμεση μετάφραση: Σιδηρόκαστρο κ.ο.κ. είτε ακόμα με βάσηκάτι που μοιάζει.
Άλλοτε πάλι τα κριτήρια ήταν τελείως αυθαίρετα. ΟΠαύλος Κούφης, ο δάσκαλος, αναφέρει συγκεκριμένες περιπτώσεις για το πώς έγιναντα σλάβικα ονόματα στο Άρμεντσκο (σημερινά Άλωνα) στα ελληνικά. Υπάρχουν μερικάπου μεταφράζονται άμεσα (το Νεντέλια γίνεται Κυριακή κ.ο.κ.) αλλά υπάρχουν καιάλλες περιπτώσεις: Το Μπόρις έγινε λ.χ. Παναγιώτης, Βύρων ή Περικλής. Ανάλογακαι σε όλα τα χωριά. Ερχόταν ο χωροφύλακας και σου έλεγε: Πώς σε λένε; ΜπόριςΤάδε. Θα γίνεις Βύρων ή Περικλής κ.ο.κ. Το ίδιο που έκανε τα τελευταία χρόνια οΖίβκωφ στη Βουλγαρία. Καλούσε τους Πομάκους και τους Τούρκους έναν – έναν στοαστυνομικό τμήμα των χωριών (αν δεν θέλανε τρώγανε ξύλο) και υπέγραφαν χαρτιάπου άλλαζαν τα ονόματα των οικογενειών από μουσουλμανικά ή τούρκικα σεβουλγάρικα. Και των οποίων η πρώτη διεκδίκηση μόλις έπεσε ο Ζίβκωφ ήταν: «Φέρτεμας πίσω τα ονόματά μας». Ήμουν παρών στη Σόφια και ήταν μια διαδήλωση 3-4.000ανθρώπων που φώναζαν «Δώστε μας πίσω τα ονόματά μας». Ένα καταπληκτικό πράγμα.

Η πίεση για αφομοίωση και τα αποτελέσματά της

Δ. ΛΙΘΟΞΟΥ: Να φέρω κι άλλο ένα παράδειγμα για να δείτε με τηνπολιτική του Ελληνικού κράτους, που δεν είναι μια πολιτική ένταξης μέσα σε μιαισοπολιτεία, σεβόμενη τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη ΔΑΣΕ που έχουν υπογράψει (τοδικαίωμα στον αυτοκαθορισμό), αλλά έχει μια λογική «δεν υπάρχεις γιατί έτσιθέλω», το που μπορούμε να οδηγηθούμε.
Υπάρχει ένα χωριό που λέγεται Μελίτη, παλιά ονομασίαΒοσταράνι. Κάθε χρόνο γινόταν εκεί ένα τοπικό πανηγύρι και συγκεντρώνοντανκάποιοι άνθρωποι, παίζανε τα τραγούδια τους, χορεύαν τους χορούς τους. Ονομάρχης πέρυσι αποφάσισε ότι καλό είναι να απαγορεύσουμε να γίνονται αυτά τα«έκτροπα» στο νομό μας. Αποτέλεσμα ήταν ότι συγκεντρώθηκαν κάποιες χιλιάδες καιέκαψαν ελληνικές σημαίες.

Τ.ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ: Το καλοκαίρι του ‘90 (2Αυγούστου) έγινε το πανηγύρι, ήρθε ο νομάρχης και η Αστυνομία, το διαλύσανε,ήταν οι ντόπιοι κάτοικοι, 500-600 περίπου. Φέτος το απαγορεύσανε εκ τωνπροτέρων, με επίσημη απαγόρευση. Οπότε κατεβήκαν απ’ όλα τα χωριά ντόπιοι,5-6.000 κάτοικοι και θα γίνονταν σφαγείο.
Έχουμε λοιπόν μια «πολιτισμική μειονότητα» που μπορεί(για χίλιους δυο λόγους που ο καθένας καταλαβαίνει) να μην έχει τη διάθεση νασυγκροτήσει «εθνική μειονότητα» σε πορεία σύγκρουσης με το ελληνικό κράτος, καιτων οποίων οι διεκδικήσεις εστιάζονται κυρίως στον να μην τους κυνηγούν τηγλώσσα, τα «ντόπια έθιμα και παραδόσεις», όπως δήλωσε και στον Antenna οπρόεδρος του Ξυνού Νερού. Αυτή λοιπόν η ευρύτερη συνείδηση της ιδιαιτερότητας,που μπορεί να μην παίρνει τη μορφή εθνικού ρεύματος ενάντια στο ελληνικόκράτος, με μια διαδικασία πίεσης πάνω στον πληθυσμό, που είναι σε εξέλιξη,πίεσης για πλήρη αφομοίωση, δημιουργεί ανακλαστικές κινήσεις οι οποίες αν μη τιάλλο παράγουν μια «μαχόμενη» ή «στρατηγική» όπως θα έλεγαν κάποιοι, μειονότητα:καταλήγει ο άλλος να καίει την ελληνική σημαία…

Δ. ΛΙΘΟΞΟΟΥ: Μια μαρτυρία του Καντιώτη. Ο Καντιώτης είχε έναπρόβλημα την περίοδο της Χούντας. Είχε ελληνόφωνους παπάδες. Επειδή σεβότανόμως το μυστήριο της εξομολόγησης, έπρεπε να γίνεται στη μητρική γλώσσα. ΗΧούντα με εγκύκλιο που έστειλε είπε να βάλει διερμηνέα, χαφιέ δηλ., ναμεταφράζει. Εκείνος, πιστός στην Ορθοδοξία αρνήθηκε και αναγκάστηκε να στείλεισλαβόφωνους παπάδες γιατί ελληνικά δεν καταλάβαιναν οι άνθρωποι.
Και σε σχέση με αυτό που λέμε ιδεολογική χρήση τηςιστορίας να πω ένα μικρό παράδειγμα.
Στο ένθετο της Καθημερινήςυπάρχει μια μικρή σημείωση που λέει ότι λάθος ονομάζουμε Μακεδονία το από«κει», ένα κομματάκι μόνο ήταν Μακεδονία, Δαρδανία πρέπει να το λέμε. Αυτόείναι η νέα ψηφίδα του ελληνικού εθνικού μύθου σε σχέση με τα ιστορικάδικαιώματα και τους τίτλους κληρονομιάς στην περιοχή. Έρχεται τώρα ο Σακελλαρίου, πρόεδρος της ΑκαδημίαςΑθηνών, ο Κακριδής και ο Καζάζης μαζί με τον Μαλιγκούδη, για να θεμελιώσουν σεένα αφιέρωμα στο Βήμα, και οι τέσσερις μαζί ότι από εδώ και πέρα «Δαρδανία» θατο λέμε.
Ο Μαλιγκούδης είναι σλαβολόγος. Ξέρει πολύ καλά πότεκατέβηκαν οι Σλάβοι στην Ελλάδα. Ξέρει πολύ καλά αν έχουν εντοπιότητα καιιθαγένεια στην περιοχή. Και τι λέει: ότι οι κάτοικοι των Σκοπίων, εάν θέλουν ναδιεκδικούν τίτλους στην περιοχή πρέπει να ονομαστούν «Δάρδανες» γιατί είναιαπόγονοι των Δαρδάνων. Μέσα στην υστερία του πια ο σλαβολόγος Μαλιγκούδης έχειξεχάσει ότι οι Σλάβοι κατέβηκαν τον 6ο και τον 7ο αιώνακαι λέει ότι είναι απόγονοι των Δαρδάνων.
Ακροατής: Για το χώρο μιλάει.

Όχι, μιλάει επί λέξει για τους κατοίκους. Βήμα 9-2-1992: «Γιατί λοιπόν οι σημερινοί απόγονοι των κατοίκων της αρχαίας Δαρδανίαςεπιμένουν να ταυτίζονται με τους Μακεδόνες, δηλ, με τους πανάρχαιους εχθρούςτων προγόνων τους;»


Η λειτουργία του εθνικισμού

Ακροατής: Ειπώθηκαν πάρα πολλά στοιχεία τα οποία κατά τη γνώμημου ήταν σωστά. Χρειάζονται όμως και τα κατάλληλα εργαλεία. Γιατί ωραία όλααυτά, αλλά αυτό που έχεις να αντιπαλέψεις είναι μια συγκεκριμένη έξαρση τουεθνικισμού, μια συγκεκριμένη πολιτική που έχει ορισμένους στόχους. Για να το πωκαθαρά. Όταν βγούμε από δω μέσα ποια θα είναι η θέση που θα έχουμε πάνω σε όλααυτά τα ζητήματα…

Δ. ΛΙΘΟΞΟΟΥ: Το πρώτο που θα ήθελα να κρατήσουμε βγαίνοντας από δωμέσα είναι ο καθένας την προσωπικότητά του. Να σκεφτούμε την κουβέντα που έγινεκαι ο καθένας ας αποφασίσει τι θέλει να κάνει. Προσωπικά πιστεύω ότι με μιαιδεολογία δεν μπορείς να ερμηνεύσεις μια άλλη ιδεολογία. Αν προσπαθήσουμε νακωδικοποιήσουμε και να δημιουργήσουμε κάποια νέα εγχειρίδια τα οποία να δίνουναπάντηση στα πάντα, νομίζω, μιλώντας πια για την Αριστερά (στην οποία πιστεύωότι ανήκω, έστω και με μια γεωγραφική έννοια…) και με μια παράδοση μιας 20ετίαςπολιτικής δραστηριότητας, ότι θα ξανασπάσουμε τα μούτρα μας. Προσωπικά εγώπιστεύω ότι δεν υπάρχει έθνος. Πιστεύω ότι το έθνος μπορούμε να το ερμηνεύσουμεμονάχα όταν μιλήσουμε για εθνική συνείδηση. Η εθνική συνείδηση είναι ζήτημαιδεολογίας. Πρέπει λοιπόν να καταλάβεις πώς συγκροτούνται οι ιδεολογίες, και σετι εξυπηρετούν. Για μένα οι ιδεολογίες εξυπηρετούν την κοινωνική συνοχή. Έχουννα κάνουν με την παραγωγή και την διανομή του πλούτου, έχουν να κάνουν με το νασυγκρατήσουν τους λαούς μέσα σε οργανωμένες, εξουσιαστικές βέβαια, κοινωνίες.Επομένως πάνω απ’ όλα εξυπηρετούν κρατικά συμφέροντα, είναι κρατικέςιδεολογίες. Μπορεί να είναι αυτοκρατορικές, μπορεί να είναι ιδεολογίες εθνικώνκρατών. Στο τι θα κάνουμε απέναντι στον εθνικισμό σα φαινόμενο και στηνυστερία, εκεί μπορούμε να συμμαχήσουμε, έστω και αν χρησιμοποιείς εργαλείαδιαφορετικά από τα δικά μου. Δε νομίζω ότι το κύριο είναι να βρούμε εκείνα ταεργαλεία που θα μας ενοποιήσουν κι όλοι μαζί να δίνουμε την ίδια απάντηση. Γιαμένα πια το πρόβλημα είναι να βάλουμε τα μυαλά μας να σκεφτούμε. Εγώ προσωπικάδεν έχω ανάγκη από καμιά συλλογική ταυτότητα. Μου φτάνει το Δημήτρης Λιθοξόου.Παρ’ όλα αυτά, απέναντι στις υστερίες των συλλογικών εθνικών ταυτοτήτων, οιοποίες φτάνουν μέχρι την άρνηση του δικαιώματος πολιτικού λόγου (δίκη τηςΟΑΚΚΕ), που ποινικοποιείται πλέον, εκεί εγώ δεν κάνω πίσω. Εκεί θα είμαστεμαζί. Χρησιμοποίησε όποιο εργαλείο θέλεις. Το θέμα είναι αν μπορείς ναερμηνεύσεις τον κόσμο. Για να αντιστρέψω την 11η θέση για τονΦόυερμπαχ, το πρόβλημα δεν είναι να ξαναθέσουμε το ερώτημα «μέχρι τώραερμηνεύαμε τον κόσμο, το ζήτημα είναι να τον ανατρέψουμε». Μέχρι τώρα δενερμηνεύουν τον κόσμο. Χειραγωγούν τον κόσμο. Το θέμα είναι επιτέλους ναερμηνεύσουμε τον κόσμο για να δούμε μετά τι μπορούμε να κάνουμε.

Τ.ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ: Εγώ θα διαφωνήσω στοεξής: στο ότι το έθνος είναι ανύπαρκτο. Το έθνος είναι βέβαια μια ιδεολογία,συλλογική ταυτότητα, συμφωνώ. Όπως και η θρησκεία είναι το ίδιο πράγμα. Το ανπιστεύει κάποιος από μας ή κάποιος άλλος δεν πιστεύει σε κάποιον θεό, μπορεί ναμην έχει καμιά σημασία για την ύπαρξη του θεού αυτού, αλλά η ύπαρξη τηςθρησκείας ή της εθνικής συνείδησης είναι πραγματική. Με την έννοια ότι παράγεικοινωνικά αποτελέσματα, πολιτικά αποτελέσματα, άνθρωποι στρατεύονται,σκοτώνονται, μπορεί να μην ξεσηκώνονται γιατί τους παίρνουν το ψωμί και τουςμηδενίζουν το μισθό αλλά ξεσηκώνονται γιατί νιώθουν να «απειλούνται». Σε έναγαϊτανάκι όπου αμύνεσαι επιτιθέμενος και επιτίθεσαι αμυνόμενος, παράγονταιπολιτικές συμπεριφορές. Οι οποίες καλλιεργούνται. Η εμπειρία της ΣοβιετικήςΈνωσης, της Γιουγκοσλαβίας, κι όλων των υπολοίπων χωρών δείχνει ότι οιπολιτικές και κοινωνικές ελίτ, οι άρχουσες τάξεις, χρησιμοποιούν αυτόν τονεθνικισμό για να εκτρέψουν το πολιτικό παιχνίδι, την πολιτική σύγκρουση από τηνίδια την κοινωνία και να την μετατρέψουν σε ένα ακορντεόν πράγμα στον χώρο καιστον χρόνο: το έθνος μπορεί να πηγαίνει πίσω χιλιετίες: «4.000 χρόνια ΕλληνικήΜακεδονία». Κι αν υπήρχαν και 2.000 χρόνια όπου περνάγανε διάφορα «βάρβαραφύλλα», αυτό είναι ελάσσων στοιχείο (παρόλο που το δέχεται η ιστοριογραφία), ήτανένα «ιστορικό ατύχημα» διότι εμείς ήρθαμε πρώτοι, κι αν κάποιοι άλλοι, οι«Δάρδανοι» ας πούμε, ξυπνήσουν και πουν ότι εμείς οι Δάρδανοι ήμασταν πριν απότους Μακεδόνες διότι και στον Ηρόδοτο κάποιοι μύθοι μας το λένε, θα έχουνδικαιώματα... Ένας κανονικός παραλογισμός εν πάση περιπτώσει. Νομίζω ότιαπέναντι σ’ αυτά η «πολιτική πρόταση» είναι η υπεράσπιση πρώτα απ’ όλα τουορθού λόγου, της ελευθερίας της έκφρασης για οποιονδήποτε και των δημοκρατικώνδικαιωμάτων. Αυτό αφορά και την «κυρίαρχη» εθνότητα, διότι η ελευθερία είναιαδιαίρετη, όταν αρχίζεις να βαράς τους άλλους, βαράς και προς τα μέσα. Η δίκητης ΟΑΚΚΕ είναι χαρακτηριστική. Δεν ήταν κανένας Σλαβομακεδόνας… Αυτό αφοράλοιπόν και τους «μειονοτικούς» και τους «μη μειονοτικούς», αφορά την υπεράσπισηενός πολιτικού λόγου που υπήρχε, καλά ή κακά, τα τελευταία 15 χρόνια και στηχώρα μας.
Έναχαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς επιδρά αυτή η υστερία: διάβασα στα Νέα ένακείμενο του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Βελουδή ενάντια στον Falmerayer, στους παραχαράκτες, στις επιβουλές κ.ο.κ., όπουέλεγε ότι «εγώ αυτούς τους έχω καταγγείλει από το ‘70 με κείμενό μου πουαναδημοσιεύτηκε το ‘82». Το αστείο είναι ότι το συγκεκριμένο βιβλίο (O Jacob Philip Falmerayer και η γέννηση του ελληνικού ιστορισμού) αν το διαβάσεικανείς είναι ακριβώς ο αντίλογος αυτών που γράφει σήμερα. Είναι δηλ. μιαπροσπάθεια ψύχραιμης προσέγγισης (όχι ότι είναι Φαλμεραγικός, μάλλονδιαφοροποιείται), είναι μια επιστημονική εργασία η οποία έγινε σε συνθήκες όπουυπήρχαν άλλα ιδεολογικά ρεύματα να κυριαρχούν στην κοινωνία, και στην Ελλάδακαι έξω, και μπορούσε ένας επιστήμονας να προσεγγίσει ψύχραιμα αυτό τοφαινόμενο. Σήμερα ο ίδιος αυτός άνθρωπος, για λόγους που μπορεί να έχουν νακάνουν με τη δουλειά του ή με το ότι ένιωσε να ξαναγεννιέται ως Έλλην,καταθέτει εντύπως ένα κείμενο στο γνωστό ύφος που κυκλοφορεί τελευταία, με τοοποίο αποκηρύσσει εμμέσως το παρελθόν του. Μια έμμεση επιστημονική δήλωσημετάνοιας. Αυτό το πράγμα, το οποίο τείνει να αποκτήσει χαρακτηριστικάχιονοστιβάδας πρέπει να ανασχεθεί.
Αν ψάξει επίσης κανείς σε βιβλία, αριστερών και μη,της δεκαετίας του ‘70 και του ‘80 θα δει ότι ο όρος «Σλαβομακεδόνες» και«Σλαβομακεδονικό κίνημα» απαντάται συνέχεια. Στο «Ελληνικό Σοσιαλιστικό Κίνημα»π.χ. του Μιχάλη Δημητρίου (αρθρογράφου του Βήματος και διευθυντή της ΕΡΤ μέχριπρότινος), υπάρχει ολόκληρο τρισέλιδο για το Σλαβομακεδονικό κίνημα και τιςσχέσεις του με τους σοσιαλιστές της Ελλάδας στις αρχές του αιώνα. Σήμερα το πιοπιθανό είναι ότι θα ήθελε να σκίσει αυτές τις σελίδες. Το ίδιο συμβαίνει μεπάρα πολλούς.
(…)

Δ. ΛΙΘΟΞΟΟΥ: Ο Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, υπουργός καιμακεδονολόγος έχει γράψει ένα βιβλίο, «Η Μακεδονία μετά τον Μακεδονικό Αγώνα».Ανάμεσα στα άλλα, προσπαθώντας να βρει ρήγματα στο ΚΚΕ λέει […και οΠουλιόπουλος διαμαρτύρεται στις 20-10-1927 «δεν επιτρέπεται σε μια διεθνή αρχήνα επιβάλει γραμμές ασυμβίβαστες με τις αντικειμενικές συνθήκες μιας χώρας»].(Αναφέρεται στη γραμμή πάνω στο Μακεδονικό και στην Κομ. Διεθνή).
Σαν μη μαρξιστής, αλλά πιστεύω ριζοσπάστης, εγώ θασυνυπογράψω αυτό που έλεγε ο Πουλιόπουλοςκλεισμένος στην Ακροναυπλία το 1940. «Όποιος αρνείται την ύπαρξη άλυτου ως τώραεθνικού Μακεδονικού Ζητήματος στην Ελληνική, Βουλγαρική και Σέρβικη Μακεδονία,είναι δίχως άλλο λακές της μπουρζουαζίας».
Αν και η έκφραση είναι λίγο παλιομοδίτικη, θα τηνχρησιμοποιούσα ακόμα και σήμερα ως προς το περιεχόμενό της.

Ακροατής: Αυτή τη στιγμή συζητάμε το λεγόμενο Μακεδονικό. Αυτόδεν έχει να κάνει με το ότι αποφασίσαμε να γίνουμε όλοι μακεδονολόγοι, αλλάπροέκυψε ένα πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα που μας πιέζει να αντιδράσουμε σ’αυτήν την υστερία. Το ζήτημα αυτό των Σκοπίων υπάρχει από παλιά. Ωστόσομπορούσαμε να υπάρξουμε χωρίς έξαρση του εθνικισμού, παρότι οι γείτονές μαςλεγόντουσαν Μακεδόνες. Άρα γιατί επιλέγεται αυτή η στιγμή για να ξεσηκωθείαυτός ο εθνικισμός; Πού βρίσκει έδαφος ο εθνικισμός που είναι σήμερα φαινόμενοπαγκόσμιο;
Μια πρώτη προσέγγιση που θα μπορούσα να κάνω είναιγιατί ζήσαμε την κατάρρευση κάποιων «ομαδοποιήσεων» που είχαμε τα προηγούμεναχρόνια. Στις αρχές του αιώνα είχαμε την κυριαρχία της έννοιας του έθνους. Μετά,την κυριαρχία άλλων ομάδων. Του εργάτη, του αγρότη, πιθανώς του αντιφασίστα,κάποιων άλλων συλλογικοτήτων. Πάντως σήμερα έχουν καταρρεύσει όλα αυτά, άρα οκόσμος αναζητά ένα καινούριο στίγμα σωτηρίας. Το οποίο είναι έτοιμο: είναι οεθνικισμός, ο οποίος προωθείται με διάφορες πολιτικές σκοπιμότητες.
Νομίζω ότι η ανακίνηση του ζητήματος των Βαλκανίωνέχει να κάνει με μια επιδίωξη να σπάσουν τα εθνικά κράτη που δημιουργήθηκανμετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, γιατί κάτι τέτοιο θα βοηθήσει τηδιείσδυση του ιμπεριαλισμού (π.χ. Γερμανίας). Και πιστεύω ότι από μεριάς μαςπρέπει να αντιδράσουμε. Γιατί σκοπός τους είναι μέσω του εθνικισμού, που είναιένα είδος φασισμού, μαζικής υστερίας, να καλυφθεί και το ξεπούλημα στην Κύπρο,ή ό,τι άλλο ετοιμάζουν, να κλείσουν τα μάτια του κόσμου για να κάνουν πράγματααντίθετα με το λεγόμενο «εθνικό αίσθημα». Και από την άλλη μεριά να μην υπάρχειθέση για δημοκρατικά δικαιώματα, για οικονομικές ή δημοκρατικές διεκδικήσεις.Το ζήτημα λοιπόν δεν παίζεται «ιστορικά», όπως είπατε κι εσείς γίνεται μιαιδεολογική χρήση της ιστορίας, παίζεται πολιτικά. Πρέπει λοιπόν να αποκαλύψουμεποιες δυνάμεις και με τι σκοπούς εμπλέκονται σ’ αυτήν την υπόθεση.

Δ. ΛΙΘΟΞΟΟΥ: Ένα μικρό σχόλιο πάνω σ’ αυτό.
Εάν η ιστορία δεν λειτουργούσε ιδεολογικά, δεν θαυπήρχε η σχολή σας. Είναι πολύ απλό. Το θέμα είναι να υπάρξει κοινωνική συνοχή.Εάν κάνατε στα μαθήματά σας για το πώς σφάξανε οι Έλληνες στην Τριπολιτσά τουςΤούρκους, πώς η ελληνική ανταρτική ομάδα πήγε στη Ζαγορίτσανη κι έσφαξε ταγυναικόπαιδα, εάν κάνατε πακέτο τα γεγονότα και αυτά δεν ερμηνευόντουσαν με μιαλογική «να κοιτάξετε προς το παρελθόν, να διδαχθείτε για να μπορέσει ναπροχωρήσει η κοινωνία», εάν η σχολή λειτουργούσε «διαλυτικά» για την κοινωνικήσυνοχή, δε θα υπήρχε ανάγκη γι αυτήν.
Γιατί αναζωπυρώνεται ο εθνικισμός; Ο εθνικισμόςπροσφέρει ένα πολύ σημαντικό εμπόρευμα στους λαούς: την συλλογική ταυτότητα.Την οποία την έχουν ανάγκη. Δείτε τι παθαίνουν οι παλιοί αντάρτες την στιγμήπου κατέρρευσε το πρώην Σοβιετικό σύστημα. Υπάρχει ένα κενό πια. Υπαρξιακόκενό.
Τι ανάγκη έχει σήμερα ο πολιτικός κόσμος την σημαίατου εθνικισμού; Μα ο πολιτικός κόσμος σήμερα στην Ελλάδα (μην πάμε αλλού)περνάει μια κρίση νομιμοποίησης. Έχει πάρει δηλ. χαμπάρι ο κόσμος ότι είναιεπαγγελματίες που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να κάνουν «δουλειά τους»,να έχουν κάποιες απολαβές και να είναι στο παιχνίδι της εξουσίας. Εάν δενπαρουσιαστούν ως «εκπρόσωποι του έθνους» γύρω από ένα τραπέζι, ως αυτοί που «θασώσουν αυτό το ταλαίπωρο έθνος, παρά τις διαφωνίες και τη φαγωμάρα μας για ναπροχωρήσει προς το μέλλον», τι θα μείνει πια; Θα μείνουν τα 80 χιλιάρικαμισθός, η ανεργία, η κοινωνική αδικία. Όσο κι αν φαίνεται απλό, νομίζω ότιείναι ο πυρήνας. Δεν μπορεί δηλ. η εξουσία να κρατήσει σε κοινωνική συνοχήαυτόν τον τόπο αν δεν έχει μία καθολική ιδεολογία. Αυτή είναι η μόνη καθολικήιδεολογία που μπορεί αυτή τη στιγμή να περάσει (δεν ξέρω αν αργότερα μπορεί νατην προσφέρει ο «ευρωπαϊσμός»).

Τ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ:Είναι φανερό ότι για την Ανατ. Ευρώπηκαι τα Βαλκάνια ο εθνικισμός είναι το νέο ιδεολογικό υποκατάστατο που ενοποιείτην κοινωνία. Όσον αφορά το ρόλο του ιμπεριαλισμού, νομίζω ότι δεν υπάρχεικάποιος που «σπάει» απ’ έξω τα εθνικά κράτη. Τα εθνικά μίση στη Γιουγκοσλαβίαέχουν ενδογενείς ρίζες, εξίσου εσωτερική δε είναι και η διαδικασία συγκρότησηςτων διακριτών εθνικών εστιών. Οι επιμέρους Ομόσπονδες Δημοκρατίες, και στηνΓιουγκοσλαβία και στην Σοβιετική Ένωση, λειτουργούσαν έτσι κι αλλιώς ως οντότητεςμε κάποια ημικρατική διάσταση (εκπαίδευση, καλλιέργεια συλλογικής ταυτότητας)μέσα σε μεγάλα ομοσπονδιακά κράτη. Από τη στιγμή που προέκυψε αυτή η κρίση καιη ανάγκη των αρχουσών τάξεων για ενίσχυση της συλλογικής εθνικής ταυτότητας γιανα χειραγωγηθεί ο κόσμος, καλλιεργείται από τα πάνω ο εθνικισμός. Το ‘87 είχαμεμεγάλες απεργίες στη Σερβία, στην Κροατία, στη Σλοβενία, ενάντια στη λιτότητα.Τότε οι κυρίαρχες τάξεις και το κράτος καλλιέργησαν από τα πάνω τον εθνικισμόκαι μέσα σε δύο χρόνια ντόπαραν τον κόσμο, τον δηλητηρίασαν με το εθνικό μίσος.
Έφεραν μπροστά διάφορους ιστορικούς, που ήτανπαραπεταμένοι ως εθνικιστές, αυτοί έδωσαν τη γραμμή για να συνεχίσουν κάποιοιφερέλπιδες ιστορικοί, ξεθάφτηκαν παλιές ιστορίες, άρχισε μία πλύση εγκεφάλουστα μέσα ενημέρωσης, και σε δύο χρόνια ο κόσμος είχε ξαναανακαλύψει τησυλλογική ταυτότητα της προηγούμενης γενιάς απ’ αυτόν. Το ίδιο και στη Σοβ.Ένωση.
Έτσι κι αλλιώς οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις πάνταπαίζανε στα Βαλκάνια. Και τώρα τρώγονται σαν τα σκυλιά ποιος θα φάει την πίτα.Την Κροατία π.χ. την τρώει η Γερμανία, η Αμερική σκέπτεται να παίξει στηνΣερβία, αλλά αν παίξει στη Σερβία δε θα πρέπει να παίξει στη Δημοκρατία τηςΜακεδονίας. Στη Σερβία και στην Ελλάδα λοιπόν ή στην Δημ. της Μακεδονίας καιαλλού;… Δεν υπάρχει ένα προκαθορισμένο σχέδιο. Ας μην ψάχνουμε φαντάσματα,φοβερά σχέδια που καταστρώνονται σε γραφεία. Αυτά προκύπτουν στην πορεία μεέναν εμπειρισμό. Στη Σοβ. Ένωση υπήρχε μία σαφέστερη επιλογή διάλυσής της γιατίήταν ο μεγάλος εχθρός, αφ’ ης στιγμής όμως το ζήτημα αυτό τέλειωσε, ήδη τοΝΑΤΟ, οι Αμερικανοί κλπ. έχουν πολύ μεγάλα προβλήματα, φοβούνται την κλιμάκωσητων εθνικών συρράξεων και μάλιστα με πυρηνικά όπλα.
Κάτι τελευταίο. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε νομίζω σεμια διαδικασία συγκρότησης μιας «υπερ–εθνικής», νέου τύπου Ευρωπαϊκήςσυνείδησης. Μιας νέας συλλογικής ταυτότητας, η οποία να ενσωματώνει τις εθνικέςιδιαιτερότητες σε μια νέα συνείδηση. Αυτό το πράγμα έχει τους κήρυκές του, έχειτους επίσημους ιστορικούς του. Ο Ντιροζέλ, που τον καταγγέλλουμε ως ανθέλληνα,πολύ απλά αναλαμβάνει να γίνει ο Παπαρηγόπουλος της ΕΟΚ, αυτός δηλ. που θαερμηνεύσει ξανά την Ευρωπαϊκή ιστορία, πετώντας τους επιμέρους εθνικισμούς.Όπως ο Παπαρηγόπουλος ή οι άλλοι επίσημοι ιστορικοί εξηγούν το γεγονός ότι οιΗπειρώτες έκαιγαν την Πελοπόννησο ή οι Μοραΐτες σφαζόντουσαν με τους Υδραίους,σαν ένα «ατύχημα», μια ιστορική «παρέκκλιση» στον αιώνιο αγώνα του Ελληνικούέθνους προς την συγκρότηση του εθνικού κράτους, έτσι και ο Ντιροζέλ θα εξηγήσειτο γεγονός ότι επί 200 χρόνια Γάλλοι ή Γερμανοί βγάζανε τα μάτια τους για το ανο Καρλομάγνος ήταν Γάλλος ή Γερμανός, για το αν στην Αλσατία και στην Λορένη οι«δίγλωσσοι» είναι Γερμανοί ή Γάλλοι, όλα αυτά ήταν ένα «ιστορικό ατύχημα».Διότι σε τελευταία ανάλυση «όλοι Ευρωπαίοι είμαστε».
Ίσως πολεμώντας τον εθνικισμό μέσα στην ίδια σου τηχώρα να χρειαστεί να καταφύγεις σε κάποια Ευρωπαϊκά μοντέλα. Αυτή τη στιγμήυπάρχει το «Γραφείο των λιγότερο διαδεδομένων γλωσσών της Ευρώπης» πουπροσπαθεί να ενισχύσει αυτές τις γλώσσες. Με τον ίδιο τρόπο που οι μπολσεβίκοιπροσπάθησαν να σπάσουν τον μεγαλορώσικο και τους άλλους εθνικισμούς.(Ουκρανικό, Τουρανικό κλπ.) ενισχύοντας διάφορες επιμέρους εθνότητες. Αν πεικάποιος στην Ελλάδα ότι η Λευκορωσία είναι «ψευτοέθνος» θα γελάσουμε. ΤαΛευκορωσικά ήταν πλήθος προφορικές, μη γραπτές, διάλεκτοι, και έγινανφιλολογική γλώσσα πρώτη φορά από τους μπολσεβίκους. Τα Ουκρανικά κάπως νωρίτερααπό κάποιους άλλους. Ο Σολζενίτσιν (τυπική περίπτωση Ρώσου Παπαθεμελή), στοβιβλίο του «Πώς θα σώσουμε τη Ρωσία μας» λέει πολύ απλά: «Ποιοι Ουκρανοί, ποιοιΛευκορώσοι; Ψευτογλώσσες, τεχνητά έθνη. Όλοι Ρώσοι είναι…»

Ακροατής: (Ερώτηση προς τον Δ. Λιθοξόου). Είπες ότι στοΜοναστήρι είναι Βλάχοι. Δηλαδή δεν είναι Έλληνες; Θεωρείς ότι αν κάποιος,άσχετα από τη γλώσσα που μιλάει (που μπορεί να είναι η βλάχικη) πιστεύειακράδαντα και διακηρύσσει ότι είναι Έλληνας μπορεί να θεωρηθεί κάτι άλλο;

Δ. ΛΙΘΟΞΟΟΥ: Φυσικά και είναι Έλληνας. Εξάλλου το διεθνές δίκαιομιλάει για το δικαίωμα αυτοκαθαρισμού. Δηλ. μπορεί ο καθένας να δηλώνει, καιπρέπει να το σεβαστούμε αυτό, ό,τι θέλει. Αυτή η παράγραφος είναι επαναστατικήσε σχέση με το τι αντιμετωπίζουμε στα Βαλκάνια. Με αυτή την έννοια, άσχετα μεπολιτισμό, θρησκεία και γλώσσα, ο καθένας μπορεί να δηλώσει ότι είναι Έλλην,ακόμα κι αν έχει μαύρο χρώμα. Εγώ δεν μπερδεύω την εθνική συνείδηση με αυτά ταχαρακτηριστικά. Γιατί τώρα το είπα αυτό για το Μοναστήρι. Γιατί αυτή τη στιγμήπροσπαθούμε να ανακαλύψουμε Έλληνες στη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Δεν μιλάμελ.χ. για 200.000 σλαβόφωνους με ελληνική εθνική συνείδηση που έχουνδημιουργήσει ένα κίνημα για την αυτονομία μιας περιοχής μέσα στηνΓιουγκοσλαβική Μακεδονία, και επομένως είναι Ελληνική μειονότητα. Το παραμύθιείναι ότι εκεί υπήρχαν ελληνόφωνοι πληθυσμοί (γιατί σήμερα ταυτίζουμε τονελληνισμό με τη γλώσσα) και κανείς δε λέει ότι ήταν Βλάχοι. Βεβαίως οι Βλάχοιτου Μοναστηρίου για να είμαστε πιστοί στην Ιστορία, είχαν κατά κύριο λόγοΕλληνική εθνική συνείδηση και το μεγαλύτερο κομμάτι τους πέρασε μετά το 1912 σεελληνικό έδαφος. Αυτό το κομμάτι τώρα είναι 6.900 σε όλη τη Σλαβική Μακεδονία.Προφανώς είναι περισσότεροι, αλλά τόσοι έχουν δηλώσει Βλάχοι στην απογραφή.

Λ.ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ: Προφανώς οι Βλάχοι είναιπολύ περισσότεροι στο Μοναστήρι. Στο Μοναστήρι, το μεγαλύτερο μέρος του«ελληνικού πληθυσμού», του πληθυσμού δηλ. που διεκδικεί η Ελλάδα κατάγεται απότη Μοσχόπολη. Το ίδιο συμβαίνει και στο Κρούσοβο. Αυτός ο πληθυσμός είχε έντονηΠατριαρχική συνείδηση πολύ πριν από τη δημιουργία εθνικών κρατών. Σαφώς τώρα αναυτοί αισθάνονται Έλληνες κανείς από μας δεν μπορεί να τους το αρνηθεί. Επίσηςη διγλωσσία των Βλάχων είναι παλαιότερη και ουσιαστικότερη από τη διγλωσσία τωνΣλάβων, επειδή ακριβώς κατείχαν ένα μεγάλο μέρος του εμπορίου. Οι παραδόσειςτους, ακόμα και τα τραγούδια τους εξαρτώνται σε ένα μεγάλο βαθμό από τηνελληνόφωνη παράδοση.

Ακροατής: Ποια είναι η σχέση της συνείδησης των σλαβόφωνωνπληθυσμών με την οικονομική τους θέση. Νομίζω ότι αν αυτοί οι μειονοτικοίπληθυσμοί προωθούνταν οικονομικά το πρόβλημα της εθνικής τους συνείδησης θααμβλυνόταν. Έχω δηλ. την εντύπωση πως το μόνο πρόβλημα δεν είναι της γλώσσας ήτης θρησκείας αλλά υπήρχε και οικονομική καταπίεση.

Τ.ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ: Το πρόβλημα είναι πιοσύνθετο. Καταρχήν η αντίθεση πρόσφυγα και ντόπιου δεν υπάρχει μόνο στηΜακεδονία. Το 1922 οι πρόσφυγες αντιμετώπισαν ένα εξίσου εχθρικό κλίμα και στηνλεγόμενη Παλιά Ελλάδα και στις νέες επαρχίες. Παράδειγμα: η λέξη παστρικιά καθιερώθηκε για να υποδηλώνειτις πόρνες επειδή ακριβώς οι Μικρασιάτισσες πλενόντουσαν πιο πολύ από τιςντόπιες παλιοελλαδίτισσες. Επίσης είναι χαρακτηριστικό ότι ο εθνικόφρων κόσμος,ο μη Βενιζελικός, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘30, ήταν πολύ εχθρικόςαπέναντι στους πρόσφυγες. Ο περίφημος Γεώργιος Βλάχος, πατέρας της ΕλένηςΒλάχου, είχε δημοσιεύσει πύρινα άρθρα εν έτει 1928 και 1929, με χαρακτηρισμούςχειρότερους από αυτούς που έχει ο Ελεύθερος Τύπος και η Απογευματινή για τουςΑλβανούς, όπως «αγέλη» και «αδέσποτα σκυλιά». Διαμαρτύρεται επειδή μερικοίσυμπεριλήφθηκαν ως υποψήφιοι του Λαϊκού Κόμματος στις εκλογές του 1928 κ.ο.κ.
Όσον αφορά τώρα την οικονομική τους κατάσταση, τοεθνικό συνδέεται άμεσα και με το ταξικό, κυρίως στη Θράκη, όπου σχεδόν όλοι οιμουσουλμάνοι είναι εργάτες ή αγρότες. Στη Μακεδονία είναι λίγο διαφορετικά ταπράγματα. Υπάρχει μια διοικητική καταπίεση, κυρίως ο κρατικός μηχανισμόςεπανδρώθηκε από μη ντόπιους – δηλ. μη σλαβόφωνους. Σε επίπεδο κοινωνίας όμως ταπράγματα ήταν πιο ρευστά. Ένα μεγάλο κομμάτι τους αφομοιώθηκε και ανέβηκε στηνιεραρχία. Πολλά από τα μακεδονικά στελέχη του ελληνικού κράτους, όπως π.χ. οΠαπαθεμελής, έχουν σλαβόφωνη καταγωγή, επέλεξαν όμως την εθνική ένταξη. Δενυπάρχει δηλ. μία άμεση αντιστοίχιση της πολιτισμικής καταπίεσης με τηνοικονομική. Ένα παράδειγμα διακρίσεων: δύο χωριά της Φλώρινας, ο Α.Παντελεήμονας με 1.500 ντόπιους κατοίκους και η Βέγορα, προσφυγικό χωριό με500, έχουν και σήμερα πρόβλημα μεταξύ τους για την άρδευση. Όλο το νερό τηςΒεγορίτιδας λίμνης πηγαίνει στη Βέγορα. Είναι μια έμμεση μορφή διακρίσεων. Δενυπάρχει όμως το αντίστοιχο Γραφείο Πολιτισμικών Υποθέσεων του ΥπουργείουΕξωτερικών της Θράκης, που για να βγάλεις άδεια για μοτοποδήλατο πρέπει ναπάρεις χαρτί από την ΚΥΠ. Οι διαδικασίες αφομοίωσης δηλ. στη Μακεδονία, όπουδεν υπάρχει η έντονη αντίθεση της θρησκείας όπως στη Θράκη, ήταν πολύμεγαλύτερες.

Παράρτημα:
μικρό ανθολόγημα από πηγές

Πηνελόπη Δέλτα: Στα Μυστικά του Βάλτου
«Ήταν ένα κράμα όλων των βαλκανικών εθνικοτήτων τότε ηΜακεδονία. Έλληνες, Βούλγαροι, Ρουμούνοι, Σέρβοι, Αλβανοί, Χριστιανοί καιΜουσουλμάνοι, ζούσαν φύρδην – μίγδην κάτω από τον βαρύ ζυγό των Τούρκων.
Η γλώσσα τους ήταν ηίδια, μακεδονίτικη, ένα κράμα και αυτή από σλαβικά και ελληνικά,ανακατωμένα με λέξεις τούρκικες.
Όπως και στα Βυζαντινά χρόνια, οι πληθυσμοί ήτανανακατωμένοι τόσο, που δύσκολα χώριζες Έλληνα από Βούλγαρο – τις δύο φυλές πουκυριαρχούσαν. Εθνική συνείδηση είχαν τηνμακεδονική μονάχα. Όταν όμως οι Βούλγαροι κήρυξαν την εκκλησιαστική τουςανεξαρτησία, και αναγνωρίστηκε στην Κωνσταντινούπολη αρχηγός της βουλγάρικηςεκκλησίας ο Έξαρχος αντί του Πατριάρχη, και όταν η σύνοδος του 1872 κήρυξεσχισματικούς τους Βούλγαρους, χωρίστηκε η Μακεδονία σε Πατριαρχικούς Έλληνεςκαι Εξαρχικούς Βούλγαρους, χωρίστηκαν και οι συντοπίτες, οι συγχωρίτες- ακόμακαι οι οικογένειες».
«Σταμυστικά του Βάλτου», σελ. 44

H τελευταία έκθεση του Παύλου Μελά.

(…)
Αμέσως λοιπόν χωρίς νααναμείνω όλους τους οδηγούς παραλαβών τον ένα εξ αυτών διηυθύνθην προς τοΛέχοβον και εκείθεν εις Πρεκοπάναν (Περικοπήν), όπου εφονεύθησαν αμέσως οιδιαβόητοι Βούλγαροι ιερεύς και διδάσκαλος.
Και οι δύο κατείχον σπουδαίανεν τω κομιτάτω θέσιν.
Συγκαλέσας τους χωρικούς ιδίατους δημογέροντας συνέστησα εις αυτούς, πρώην ορθόδοξους, (δια της βίαςαποσκιρτήσαντας) διά θερμοτάτης ομιλίας να επανέλθωσιν εις την Ορθοδοξίαν.
Τουςηρώτησα να μοι είπωσιν ελευθέρως εάν η συνείδησίς των είναι Βουλγαρική και αιπεποιθήσεις των σχισματικαί, δηλών ότι θέλω σεβαστή αυτούς, αλλά δεν θαεπιτρέψω εις κανένα να πιέζη τους Έλληνες προς αποσκίρτησιν.
Οιδυστυχείς ούτοι, άλλοι υπό το κράτος του φόβου, του εκ του φόνου των συγχωριανώντων, άλλοι με αγαθήν διάθεσιν με εβεβαίωσαν, ότι η ψυχή των ουδέποτε ησπάσθηούτε το σχίσμα ούτε τας Βουλγαρικάς αρχάς και ότι προθύμως θα έκαμνον ό,τι τουςδιατάξω.
Τότετοις είπον ότι απαιτώ πρώτον να ορκισθώσι πίστιν και αφωσίωσιν εις την ορθοδοξίανκαι δεύτερον να κάμωσι τοιαύτην αναφοράν εις τον Καϊμακάμην και εις τονΜητροπολίτην.
Προςτον τελευταίον δε να μεταβώσιν εντός δέκα το πολύ ημερών και να ζητήσωσι τηναποστολήν ιερέως και διδασκάλου Ελλήνων.
Εδήλωσαδε εις αυτούς ότι τον τυχόν δυστροπούντα εις τα ανωτέρω, μετά τον όρκον ον μοιέδωσεν, θέλω θεωρήσει ως Βούλγαρον και επίορκον και τιμωρήσει αναλόγως.
Καιεις τον Στρέμπενον (Ασπρόγεια) διέλυσα επίσης την υφισταμένην του κομιτάτουεπιτροπήν (Κομίσιαν) και υπεχρέωσα αυτούς να υπάγωσι και προσκυνήσωσι τονΜητροπολίτην μας.
Ειςτων εκ της Επιτροπής ταύτης είχεν υιόν διδάσκαλον εις το Βουλγαρικόν χωρίονΖέλενιτς (Σκλήθρον). Αφού εκουσίως μοι ώμωσε πίστην εις την Ορθοδοξίαν και τονΕλληνισμόν τον υπεχρέωσα να αποσύρη τον υιόν του εκείθεν εντός της εβδομάδος.
Εκτων ανωτέρω τινά εγένοντο ήδη, εάν όμως δε γίνωσι πάντα μέχρι της λήξεως τηςορισθείσης προθεσμίας, τότε θα φονευθώσι τινές των φοβερωτέρων τηςδιαλυθείσης Βουλγαρικής Επιτροπής ειςους συλληφθέντας εχάρισα την ζωήν μόνον υπό τους όρους τούτους.
(…)
Επίσηςαποφάσισα μόνος και ελπίζω ότι θα το εγκρίνητε, μηνιαίον μισθόν 5 λιρών διά τονπρόεδρον του διευθύνοντος τμήματος Νεβέσκης, Τάκην Κόλνα.
Ούτωςείναι νέος 35 ετών, δραστηριότατος, ευφυέστατος, γενναίος και πολύ καλόςπατριώτης.
Υπεστήριζεπάντοτε μετά ζήλου τα Ελληνικά συμφέροντα αλλά πέρυσιν ένεκα πείσματος προς τηναντίθετον μερίδα (τα κομματικά δίνουν και παίρνουν εν Μακεδονία), εισήγαγε τοτέκνον του εις την Ρουμανικήν σχολήν.
Πέρυσινόμως συναισθανθείς το σφάλμα του, όχι μόνον απέσυρε τον υιόν από το σχολείοναυτό, αλλά και έσπευσε να ζητήση συγνώμην από τους αντιπάλους του, τους έτεινεπρώτος αυτός την χείρα και εζήτησε την σύμπτυξίν των προς καταπολέμησινΡουμάνων και Βουλγάρων.
Επειδήδε έχει αρκετήν ισχύν κατώρθωσεν εν βραχυτάτω διαστήματι να καταστρέψη τηνΡουμάνικην εν Καστορία προπαγάνδαν περιορίσας από 85 εις 21 τους μαθητές τηςσχολής.
Ηδράσις του ανθρώπου τούτου είναι γνωστή εις το Προξενείον Μοναστηρίου, αν όχικαι εις το Υπουργείον, αφ ου δύνασθε να λάβητε πληροφορίας.
Ονέος αυτός είναι ανεπτυγμένος, όλοι τον σέβονται και τον αγαπούν εις όλα ταπερίχωρα.
Εάνδε ως είναι αποφασισμένος λάβη και αυτός ο ίδιος τα όπλα κατά την άνοιξιν θαείναι φοβερός κατά των δολοφόνων παράγων διότι θα συμπαρασύρει όχι μόνον τουςειδικούς μας αλλά και πολλούς σχισματικούς εφ ων και επιρροήν και τρόμονενασκεί.
(…)
Εντούτοις έμαθον παρά του Προξενείου Μοναστηρίου ότι εις Setinia (Σκοπός), (ακριβώς προς ανατολάς της Φλωρίνης επί τουΜοριχόβου) οι ιδικοί μας, αγνοώ ποίοι, εφόνευσαν 4 και τα πτώματά των κατόπινεκρέμασαν εις την πλατείαν του χωρίου.
Επίσηςάλλοι ιδικοί μας, κατά την αυτήν επίσημον πηγήν εκδικούμενοι τον φόνον του ενΠροδίω (επί Μοριχόβου) ιερέως μας και 3 άλλων ορθοδόξων εφόνευσαν και αυτοί 4εκ του κομιτάτου του χωρίου.
Τώρααυτοί πώς μισθοδοτούνται και πόθεν αγνοώ.
Απέναντιτων ενεργειών μας αυτών οι Βούλγαροι μέχρι σήμερον ουδέν απολύτως έκαμοντουλάχιστον εις την ιδικήν μου περιοχήν.
Οιτου κομιτάτου πρωτεργάται κατελήφθησαν από ακατάσχετον πανικόν.
Άλλοι,χωρίς καν να τους ειδοποιήσω εγκατέλειπον το χωρίον των, άλλοι μου έγραψανζητούντες συγγνώμην και υποσχόμενοι πίστιν, άλλοι δια τρίτων μου υπεσχέθησαν ναμε υπηρετήσωσι περισσότερον ή υπηρέτησαν το κομιτάτον.
Ειςαυτούς απήντησα, ότι ούτε την πίστιν των θέλω ούτε τας υπηρεσίας των αλλά θέλωτα κεφάλια των.
(…)
Όλοιοι Τούρκοι και Τουρκαλβανοί κάτοικοι εισίν ενθουσιασμένοι με την παρουσίαν μαςκαι πανταχόθεν έχω εκ μέρους των προτάσεις περί ειλικρινούς και αφιλοκερδούςσυνεργασίας.
Εκτων αρχών αι μεν πολιτικαί δεν εκφράζονται υπέρ ημών, αι δε στρατιωτικαί ήμάλλον αι επικεφαλής αποσπασμάτων εκφράζονται με ενθουσιασμόν. Τινές μάλιστα εξαυτών λέγουσι, ότι εάν μας συναντήσουν δεν θα μας πειράξουν. Αλλά δυνάμεθα ναβασισθώμεν εις την καλήν πίστην των Τούρκων όταν μάλιστα γνωρίζουσιν ότι παντούκαι πάντα πληρώνομεν και συμπεραίνουσιν επομένως ότι είμεθα φορτωμένοι λίρας.

Από το βιβλίο του Παύλου Τσάμη «Μακεδονικός Αγών»,σελ. 449 κ.ε.

Γερμανού Καραβαγγέλη, Απομνημονεύματα.
Η εξέγερση του Ίλιντεν
16. Ένα δύο μέρες μετά την επιστροφή μου στην Καστοριάκηρύχτηκε η Βουλγαρική Επανάστασις. Ξαφνικά ένα πρωί ξυπνάμε και βλέπομε όλαγύρω τα βουνά μαύρα. Η επανάσταση απλωνόταν από τον Αλιάκμονα ως τα βουλγαρικάσύνορα περιλαμβάνοντας και Θράκη και Μακεδονία. Ο Σαράφωφ τους είχε διατάξει ναβγουν όλοι στο βουνό. Κι έτσι την ορισμένη μέρα 20 Ιουλίου του 1903 όλα ταβουλγαρικά χωριά, άλλα εκουσίως κι άλλα με τη βία, εσύρθηκαν «συν γυναιξί καιτέκνοις» στα βουνά.
(…)
Διοικητής των ελληνοτουρκικών συνόρων ήταν ο φίλος μουο Χουσείν Χουσνή πασάς. Αυτός ήρθε με στρατό στην Καστοριά να χτυπήσει τηνεπανάσταση. Μα οι Βούλγαροι ήταν κύριοι της καταστάσεως κι έτσι περίμενε έναμήνα μέσα στην Καστοριά, ως που να λάβει αρκετές ενισχύσεις. Άμα έκανε δέκα ωςδεκαπέντε χιλιάδες στρατό τότε βγήκε να τους χτυπήσει. Ανέβηκε σε μια ράχη γιανα κατοπτεύσει. Και τον χτύπησαν. Μα ο στρατός ήταν τώρα δυνατός, όλο Αλβανοίγενναίοι. Τους σκόρπισε αμέσως, έκαψε τα γύρω χωριά τους και γύρισε πίσωνικητής και τροπαιούχος. Ο Χουσείν Χουσνή πασάς κατά παράκληση και υπόδειξηδική μου δεν έκαψε τα μικτά χωριά ούτετα άλλοτε ελληνικά, παρά μόνο τα καθαρά βουλγαρικά, τη Μπόμπιστα, τη Μπόνποκη,τη Βισένη, τη Νταρνόβενη, το Βουλγαρομπλάτς και άλλα καμιά εικοσιπενταριά ενόλω.
Τότε τρακόσοι πάνω – κάτω βουλγαρόφωνοι χωρικοίκατέφυγαν για προστασία στη Μητρόπολη μαζί με τα παιδιά και τις γυναίκες τους.Μπαίναν στα καϊκια της λίμνης Καστοριάς, έρχονταν στην Καστοριά και ίσια στηνΜητρόπολη. Όλοι σχεδόν ήταν βουλγαρόφωνοι Έλληνες. Ήλθαν όμως μαζί τους καιμερικοί συγγενείς τους βουλγαρίζοντες και μου ζητούσαν συγχώρεση, λέγοντας ότιοι Βούλγαροι τους είχαν γελάσει και με παρακαλούσαν να τους σώσω. Κι άλλοιπάλι, Βούλγαροι αυτοί, μου γράφουν μαζί με τους δικούς μας από ένα μοναστήριπάνω από τη Ζαγοριτσάνη των Αγίων Σαράντα, και με ικετεύουν. «Σώσε μας». Τότεβρήκα ευκαιρία και τους έβαλα να μου κάνουν αναφορές ότι επιστρέφουν στηνορθοδοξία και ανήκουν πια στο Πατριαρχείο. Σωρηδόν φτάναν απ’ όλα ταβουλγαρίζοντα ως τότε χωριά οι αναφορές στην κυβέρνηση και στη Μητρόπολη. «Βρεπαιδιά», τους έλεγα «τι είναι αυτά»; Γίνονται επαναστάσεις χωρίς σχέδια; Είδατενάρθουν αξιωματικοί από την Ελλάδα; Με είδατε εμένα να βγω με το τουφέκι στοχέρι;»
Επίθεση στηΖαγορίτσανη
29. (…)Επειδή στην πυρπόληση αυτή των μοναστηρίων είχανλάβει μέρος και πολλοί Βούλγαροι χωρικοί από τη Ζαγορίτσανη, ο Βάρδας απεφάσισενα τους τιμωρήσει. Η Ζαγορίτσανη ήταν ένα χωριό από εξακόσια πάνω κάτω σπίτιαβουλγαρικά και ελληνικά.
Στην εκκλησία, μια Κυριακήλειτουργούσαν οι Βούλγαροι, μια οι Έλληνες. Στο τέλος οι δικοί μας άρχισαν ναδειλιούν. Ήταν οι χειρότεροι Βούλγαροι της επαρχίας μου. Όταν ο Βάρδαςαπεφάσισε την τιμωρία τους μου έγραψε και του έστειλα τα ονόματα των δικών μας,για να μην τους πειράξει. Την παραμονή λοιπόν της 25ης Μαρτίου του1905 κρύφτηκε στο απέναντι του χωριού δάσος με τριακόσιους πάνω κάτω άνδρεςμεταξύ των οποίων ήταν και ο καπετάν Καούδης, ο καπετάν Μακρής, ο καπετάνΜπούλακας, ένας ληστής Γαύδας με το παιδί του κι άλλοι πολλοί. Πρωί – πρωίμπαίνουν στο χωριό κι αρχίζει το τουφεκίδι. Όσους αντιστέκονται τους σκοτώνουνκαι βάζουν φωτιά στα σπίτια. Εκείνη την ημέρα σκοτώθηκαν εβδομήντα εννιάΒούλγαροι και δυστυχώς και μερικοί δικοί μας, σλαβόφωνοι μεν αλλά πολύτιμοι. Δικοίμας δεν σκοτώθηκαν πολλοί γιατί, εκτός που είχα δώσει εγώ κατάλογο των ονομάτωντους στο Βάρδα, κι οι ίδιοι εφρόντισαν να κρυφτούν, ενώ οι Βούλγαροι χτυπούσανάγρια. Πάνω όμως στην αναμπουμπούλα δεν ήταν εύκολο να ξεχωρίσει κανείς τουςΈλληνες από τους Βούλγαρους.
Επίθεσησε γάμο.
44. Το 1905 στο Ζέλενιτς γινόταν ένας γάμοςβουλγαρικός. Αυτό το έμαθε το σώμα του Καούδη, μπήκε στο γάμο κι επειδή έσβησαντα φώτα έριξε στα σκοτεινά ομοβροντία και σκότωσε δεκαπέντε δεκαέξι Βούλγαρους.Η νύφη κι ο γαμπρός δε σκοτώθηκαν. Αυτό το κάναν γιατί είχαν την ιδέα ότι στο γάμοήταν και μέλη βουλγαρικών συμμοριών, για να τρομάξουν τους Βούλγαρους.
Ηαπόπειρα εξαγοράς και η εξόντωση του Μήτρου Βλάχου
47. Το 1906 ύστερα από συνεννόησή μου με τονΚαλαποθάκη έστειλα ένα γράμμα στο διαβόητο κακούργο και οπλαρχηγό Μήτρο Βλάχοαπό το Κονομπλάτι με ψευδώνυμο, όπου του υποσχόμουν, για να γλιτώσω τον τόποαπό τη θηριωδία του, να τον στείλω στην Ελλάδα, να του δώσωμε ένα κεφάλαιοχρηματικό εφ’ άπαξ κι ένα καλό μισθό δέκα λιρών ισοβίως, να σπουδάσουμε ταπαιδιά του στην Ελλάδα και να τους κάνουμε αξιωματικούς αν ήθελε ν’ αφήσει τονεναντίον των Ελλήνων αγώνα, με τους οποίους άλλωστε αυτός δεν είχε τίποτα αφούήταν Βλάχος, και να ησυχάσει. Του έλεγα ακόμα ότι αυτός δεν είδε καμιά υποστήριξηαπό τους Βούλγαρους, ότι αυτός δεν ήταν Βούλγαρος κ.λ.π. Τότε αυτός μουαπάντησε ότι το όπλο του το πήρε από τον Φερδινάνδο τον βασιλέα της Βουλγαρίαςκαι σ’ αυτόν μόνο θα το παραδώσει. Και με συμβούλευε ν’ αφήσω το κομιτάτο τουςελεύθερο, γιατί αλλιώς θα με σκοτώσει και θα στείλει το δέρμα μου στην Καστοριά.Του απάντησα κι εγώ ότι «αυτός ή εγώ και ας λάβει κι αυτός τα μέτρα του».Βλέποντας ότι τα ελληνικά σώματα ήταν αδύνατο να τον πιάσουν ή να τονσκοτώσουν, εσκέφτηκα να τον εξοντώσω με άλλο τρόπο. Στον τουρκικό στρατό μόνοτου δεν μπορούσα να έχω εμπιστοσύνη γιατί ως τότε είχε δείξει μόνο τέλειαανικανότητα στην καταδίωξη των κομιτατζήδων. Λίγους μήνες μάλιστα πριν από τηβουλγαρική επανάσταση είχε μαζευτεί στο Σμαρδέσι ολόκληρο σχεδόν το ΒουλγαρικόΚομιτάτο, ο Σαράφωφ, ο Τσακαλάρωφ, Μήτρος Βλάχος, Καρσάκωφ, κόλες, πάνω απότρακόσιοι άνθρωποι. Το μαθαίνω εγώ. Τι να κάνω; τρέχω στον καϊμακάμη και τουλέω «Σου παραδίνω απόψε το Βουλγαρικό Κομιτάτο». «Είσαι βέβαιος;» μου λέει.«Ναι. Με ειδοποίησε ένα παιδί». Αμέσως ο καϊμακάμης ειδοποίησε το στρατό του Μοναστηρίου,της Κορυτσάς και κάποιου άλλου ακόμα σταθμού και οχτακόσιοι άνδρες έχοντας μαζίτους και τηλεβόλα επολιόρκησαν κατά τα ξημερώματα το Σμαρδέσι. (…) Είτε όμωςαπό δωροδοκία είτε από ανικανότητά τους, το Κομιτάτο τους έφυγε μέσα από ταχέρια. (…) Όταν λοιπόν μια μέρα επληροφορήθηκα ότι στη Ζουπάνιστα μπήκε οΜήτρος Βλάχος με το σώμα του, έχοντας παράδειγμα το Σμαρδέσι στέλνω και φωνάζωκοντά μου το Χρήστο από το Σίστεβο, εξάδερφο του δασκάλου του ΣίστοβουΑθανασίου που είχαν σκοτώσει οι Βούλγαροι, και από τα πιστά όργανά μου, και τονπαρακαλώ να συνοδέψει εκείνο το βράδυ όλες τις εξόδους του χωριού Ζουπάνιστα.Έπειτα τρέχω στον καϊμακάμη (ο καϊμακάμης δεν ήταν πάντοτε ο ίδιος αλλάάλλαζαν) και τον πείθω να στείλει νύχτα στρατό συνοδευόμενο από το Χρήστο στουοποίου τις διαταγές και να υπακούει.
Ο στρατός υπό την οδηγία του Χρήστουέφτασε στη Ζουπάνιστα κατά τα μεσάνυχτα. Ο Χρήστος, γνώστης του τόπου, έπιασεόλα τα μονοπάτια γύρω από το χωριό, σε τρόπο που η έξοδος του Μήτρου ήταναδύνατη. Κατά τα ξημερώματα από τα γαυγίσματα των σκυλιών κατάλαβε ο ΜήτροςΒλάχος ότι ήρθε ο στρατός και κατά τη συνήθειά του εξόρμησε. Εξορμά τότε προςάλλη κατεύθυνση. Και κει τα ίδια και σκοτώνεται ένας από τους ανθρώπους του.Τραβά τότε προς άλλο μέρος και κει σκοτώνεται κι αυτός και οι περισσότεροι απότο σώμα του.
Έτσι εσώθηκε ο τόπος από ένα θηρίο καιτα ελληνικά σώματα απαλλάγηκαν από ένα σπουδαιότατο εχθρό.


Παναγιώτη Παπατζανετέα, Απομνημονεύματα

«Αποκοπές συγκοινωνιών»
6. Μια μέρα έφτασε στην καλύβα της Τριχοβίστας ο Ματαπάςμε τον Πραντούνα (Καψάλης). Ο Ματαπάς είχε γράμμα του Κέντρου να κόψουμε τονδρόμο Γιαννιτσών – Βέροιας, δηλαδή να σκοτώσουμε πάνω στο δρόμο καμπόσουςΒούλγαρους για να τρομάξουν τα χωριά και να μην πηγαίνουν οι Βούλγαροι στηΒέροια. Γιατί πηγαίναν δήθεν να ψωνίσουν κι αυτοί κατηχούσαν τους χωρικούς.
(…)
10. (…) Εκεί μπροστά σε όλους τους άντρες μου είπε [οΜαταπάς] ότι κατά διαταγή του Γενικού Κέντρου θα πάω να κόψω την συγκοινωνίατου δρόμου Γιαννιτσών – Βοδενών με κάθε θυσία, και ότι αυτός δεν θα μπορέσει ναμας δώσει καμιά βοήθεια, ό,τι και αν μας συμβεί, γιατί θα βρισκόμασταν οχτώώρες μακριά από τη λίμνη. Αποκοπή συγκοινωνίας λέγοντας εννοούσαν να σφάξουμεπάνω στο μεγάλο δρόμο μερικούς Βουλγάρους χωρικούς, για να φοβηθούν οιΒούλγαροι, που ήταν σίγουροι πως στα μέρη εκείνα δεν μπορούσε να πάει Ελληνικόσώμα.
(…)
Στο μέρος όπου φτάσαμε, δίπλα στον αμαξιτό δρόμο καικάτω από το χωριό Βερτικόπ, αφού έβαλα σκοπούς, έμεινα περιμένοντας ως τη 1.30το μεσημέρι. Τότε πέρασε μία ομάδα από εφτά Βούλγαρους χωρικούς που πηγαίνανστα Βοδενά. Τους τέσσερις τους πιάσαμε, μα οι άλλοι τρεις μας ξέφυγαν καιγλίτωσαν στο εκεί κοντά τούρκικο χωριό, γιατί ήταν τέτοιο το μέρος που δενμπορούσαμε να πυροβολήσουμε.
Ο ένας από τους τέσσερις που πιάσαμεήταν Έλληνας και τον έλεγαν Αντώνη. Ευτυχώς τον αναγνώρισαν οι οδηγοί την ώραπου πηγαίναμε να τον σκοτώσουμε. (…) Τους άλλους τρεις όμως τους σκότωσα καιτους έβαλα πάνω στα χείλη ένα κομμάτι χαρτί, για να φαίνεται πως σκοτώθηκαν απόΕλληνομακεδονικό σώμα. Πάνω στο χαρτί έγραφα: «Τέτοιον θάνατο απολαμβάνουν όσοιεγκαταλείπουν την ορθόδοξο θρησκεία τους και προσέρχονται στο σχίσμα τωνΒουλγάρων» και από κάτω η σφραγίδα μου. Αυτό το έκανα πάντοτε όταν σκότωναΒούλγαρο, να του βάζω ένα τέτοιο χαρτάκι.

Επίθεση στο Μικρογούζι
8. Μια μέρα ο Ματαπάς, που του είχα πει πως οιΜικρογουζιώτες δε μας είχαν δεχτεί κείνο το βράδυ, με διέταξε να πάω στο χωριόΜικρογούζι, να σκοτώσω μερικούς σημαίνοντας Ρωμούνους. Μαζί λοιπόν με τονοπλαρχηγό Μπενή πήγαμε τη νύχτα στο Μικρογούζι, με οδηγό τον Τούρκο Ιμπραήμ καιτον Αμιώτη και μπήκαμε στο σπίτι του χωρικού Γκολέτσα, Ρωμούνου, που έπαιρνεκαι μισθό από το Ρουμανικό κέντρο Βεροίας.
Το Ρουμανικό κέντρο Βεροίας διηύθυνεένας Χατζηγώγος, που ήταν άλλοτε Έλληνας.
Στο σπίτι του Γκολέτσα καλέσαμε καιάλλους Ρωμούνους και Έλληνας, μεταξύ αυτών και τον Έλληνα μουχτάρη του χωριούκαι τον ρωτήσαμε γιατί δεν μας ειδοποίησε πως στο χωριό του είχε προχωρήσει ηΡουμανική προπαγάνδα. Έπειτα ζητήσαμε να μας υποδείξει και τους άλλουςΡωμούνους. Αυτός όμως αρνήθηκε κι επειδή εμείς δεν είχαμε καιρό να χάνουμε,γιατί φοβόμασταν μη μας προδώσουν οι Ρωμούνοι του χωριού, πήραμε τους τρειςΡωμούνους, τον Έλληνα μουχτάρη, τους δυο γυιους του Γκολέτσα και τον γυιό ενόςπροδότου Έλληνα Φίλιππα, βγήκαμε έξω από το χωριό κι εκεί τους σκοτώσαμε, εκτόςαπό τα παιδιά του Γκολέτσα και τον Φίλιππα. Αυτός γλύτωσε ως εκ θαύματος, γιατίμας ξέφυγε και έπεσε μέσα στο σιτάρι και μ’ όλο που του ρίξαμε τριάντατουφεκιές από απόσταση τεσσάρων μέτρων δεν τον πετύχαμε. Έπειτα ήταν και νύχτα.
(-Καλά και τον Έλληνα μουχτάρη γιατίτον σκοτώσατε;
-Αυτόν τον σκοτώσαμε γιατί δεν ήθελενα περπατήσει. Φοβόταν. Και ο Μπενής που βιαζόταν διέταξε και τον σκότωσαν.Αυτόν τον σκοτώσαμε με τουφέκι, ενώ συνήθως σκοτώναμε με μαχαίρι, για να μηνακουγόμαστε).

«Ένοπλη προπαγάνδα» στη Λικοβίστα
17. Μια μέρα έστειλα δύο γράμματα στο χωριό Λικοβίστα– στο δυτικό μέρος – που προ δύο ετών είχε προσχωρήσει στο σχίσμα. Η επιτροπήόμως του χωριού δε δέχτηκε τα γράμματά μου και είπαν σ’ εκείνον που τα πήγε.«Εμείς μια ψυχή έχουμε. Είτε στο Θεό, είτε στους αντάρτες την παραδώσουμε, τοίδιο κάνει».
Αυτό με θύμωσε πολύ κι ετοιμάστηκα να πάω στοχωριό.(…)
Έτσι την Πέμπτη το πρωί, δυο ώρες πριν φέξει, μπήκαμεστις πλάβες και βγήκαμε στη θέση Σκυλίτση (Σκάλα Σκυλίτση) και ύστερα από επτάώρες δρόμο φτάσαμε έξω από το χωριό Λικοβίστα, όπου βρήκαμε έξι Βούλγαρους πουσκάλιζαν καλαμπόκι κι έναν Έλληνα προδότη από τη Βέροια, με τη γυναίκα του. Απότους έξι οι δύο ήταν παιδιά, το ένα 8 ως 10 χρονών και το άλλο 16 ως 17.(…)
Τους έξι αιχμαλώτους μας τους υποβάλαμε σ’ εξέτασηστην αρχή με καλό τρόπο και περιποίηση και τους ζητήσαμε να μας πουν τα τηςβουλγαρικής διοργανώσεως καθώς και τις καλύβες που ήταν μεσ’ στη λίμνη. Δύο απ’αυτούς ήταν από την επιτροπή του χωριού, ο ένας προγυμναστής των χωρικών. Αφούείδα πως με τον καλό τρόπο δεν κατόρθωνα τίποτα, μεταχειρίστηκα το άγριο καιτους έδειρα. Αυτοί φορούν κάτι ποκάμισα μακριά ως τα γόνατα. Τους σηκώναμελοιπόν τα ποκάμισα και τους δέρναμε με βούρδουλα. Και ύστερ’ από μια ώρα κάθεβουρδουλιά σήκωνε φουσκάλα νερό.
Το ξύλο το έμαθα από έναν Βούλγαρο, Γιώργη, που είχεγυρίσει και έγινε Έλληνας, μαζί με το χωριό του, ένα χωριό πάνω από τηΣτρώμνιτσα. (…) Με το ξύλο λοιπόν αναγκάστηκαν να μου πουν την αλήθεια, δηλαδήπού βρίσκονταν οι δύο βουλγάρικες καλύβες μέσα στο δυτικό μέρος της λίμνης,ποιοι ήταν οι αρχηγοί τους, πώς είχε γίνει η εσωτερική του οργάνωση, πώςεισπράττανε τα χρήματα από τους χωρικούς, πώς ανάγκαζαν τους χωρικούς ν’αγοράζουν όπλα με δικά τους χρήματα, πού παρέδιναν το χρήμα και σε τι τοχρησιμοποιούσαν και άλλα πολλά. …τους είπα κι έκαναν γράμματα στο χωριό καιμαζί έγραψα κι εγώ. Αυτοί όμως, δηλαδή η υπόλοιπη επιτροπή, μου απάντησαν,πρώτα να απολύσω εγώ τους ανθρώπους των κι έπειτα θα σκεφτούν αν πρέπει ναγυρίσουν με το δικό μας μέρος.
Τότε κάλεσα τον οπλαρχηγό Μπενή, του τους παρέδωσα κιαυτός τους σκότωσε στη θέση Τούμπα, εκτός εννοείται από τα παιδιά…

18. Λίγες μέρες ύστερα από το φόνο ήρθαν στην καλύβαμου τ’ άλλα τρία μέλη της επιτροπής του χωριού, Νικ. Αραμπατζής, Ντίτζης καιΤράικος. Τους έφερε ο Τράικος που ήταν Έλληνας. Αυτός μας πήγε και στο χωριό.
Του ενός απ’ αυτούς, του Αραμπατζή, είχαμε αιχμάλωτοτο παιδί του, το μικρότερο από τα δύο. Μου έφεραν λοιπόν αναφορά υπογεγραμμένηαπό όλους τους χωρικούς ότι προσέρχονται στην Ορθοδοξία.

28. (…) –Οι μπέηδες σας υποστήριζαν;
-Οι μπέηδες μας βοηθούσαν πολύ φτάνει να ήμασταντίμιοι, να μην παίρνουμε δώρα, να μην ήμαστε κλέφτες και να μην κυνηγούμεγυναίκες. Γι’ αυτό δε χώνευαν το Σάρο και τον Κλάπα.

ΓεωργίουΔικώνυμου Μακρή, Απομνημονεύματα

Ο καπετάνΚώτας

Από κει οι αξιωματικοί εξ αιτίας της διαφωνίας τουςέφυγαν για το Μπογατσικό, προς τα πίσω, ενώ εμείς μείναμε με τον Κώτα. Ο Κώταςείχε αφήσει στη Μακεδονία το σώμα του. Όταν όμως γύρισε μαζί με μας και τουςτέσσερις αξιωματικούς, οι άνδρες του, που είχαν μείνει στη Μακεδονία, μόλιςείδαν τους αξιωματικούς τον εγκαταλείψανε λέγοντας ότι αυτοί δεν μπορούν ναεργαστούν μ’ Έλληνες. Γιατί ήταν σχεδόν Βούλγαροι. Και τότε πήγαν και οι δέκαμε το Μήτρο Βλάχο. Του έμειναν μόνον εκείνοι που είχε μαζί του και στην Ελλάδα.Ήμασταν λοιπόν όλοι όλοι δέκα. (…) Ο Κώτας υποσχέθηκε μπροστά στουςαξιωματικούς και μπροστά μας ότι, άμα είχε παιδιά, θα χτυπούσε το Μήτρο Βλάχο…Πραγματικά πήγαμε στο Λέχοβο και Στρέμπενο και πήραμε τα παιδιά του Βαγγέλη,και γίναμε όλοι εικοσιπέντε και τραβήξαμε απ’ τη Μπελκαμένη πάνω από τα χωριάΝερέτι και Στάτιστα και πήγαμε και λημεριάσαμε πάνω από το χωριό Όστιμα. Εκείπήρε ο Κώτας το τηλεσκόπιο και κοίταζε τα λημέρια γύρω να ιδεί που μπορούσαμενα ανακαλύψουμε το Μήτρο Βλάχο. Το βράδυ κατεβήκαμε στο χωριό. Έξω όμως απ’ τοχωριό μας είπε εμάς να σταθούμε να περιμένουμε κι αυτός μπήκε στο χωριό ναρωτήσει, λέει, που μπορούμε να βρούμε το Μήτρο Βλάχο: πήρε μαζί και τον ψυχογιότου Σίμο, που καταγόταν από το χωριό Άρμεντσκο πάνω από τη Φλώρινα. Εμείςπεριμέναμε πάνω στο δρόμο. Ήτανε νύχτα. Ύστερα απ’ τα μεσάνυχτα ήρθε και μαςείπε να πάμε στο λημέρι.
Ο Καούδης θύμωσε με τον Κώτα κι έλεγε τι έκανε όλη τηνύχτα μέσα στο χωριό και εμάς μας άφησε απόξω σαν γαϊδούρια να περιμένουμεχωρίς λόγο. Κι ήρθαν στα λόγια.
Εμείς οι Κρητικοί το πρωί, επειδή είχαμε θυμώσει,αποφασίσαμε να του πούμε να θυμηθεί την υπόσχεση που είχε δώσει στουςαξιωματικούς, να χτυπήσουμε δηλ. το Μήτρο Βλάχο και ότι εμείς δεν ήρθαμε εδώ νακαθόμαστε να τρώμε πίτες.
(…)Αυτός ο Σίμος μας είπε τότε πως τη νύχτα εκείνη πουέμεινε στην Όστιμα μέσα, ενώ εμείς περιμέναμε απ’ έξω, αυτός, ο Κώτας (είχεμαζί του και τον ψυχογιό του), μιλούσε όλη τη νύχτα μέσα σ’ ένα σπίτι με τοΜήτρο Βλάχο. Και καθώς μάθαμε εκεί, ο Κώτας και ο Μήτρος Βλάχος ήταναδελφοπητοί και γι’ αυτό ο Κώτας δεν ήθελε να χτυπήσουμε τον Μήτρο Βλάχο.

Ο ΊωνΔραγούμης περιγράφει τα κομιτάτα
Λοιπόν τα κομιτάτα για να αναστατώσουν τη Μακεδονίαγυρεύουν να ξεγελάσουν τους πληθυσμούς μας. Επειδή δεν μπορούν να κάμουν γενικήεπανάσταση, προσπαθούν να καταφέρουν αγροτική επανάσταση. Ξέρουν πως δεν είναιευχαριστημένοι οι γεωργοί με την κατάστασή τους, το δέκατο είναι πολύ βαρύδόσιμο και από τις καταχρήσεις εκείνων που το εισπράττουν γίνεται ακόμαβαρύτερου, έπειτα πληρώνουν κι άλλους φόρους όχι ελαφρούς. Τα περισσότερατσιφλίκια τα έχουν Τούρκοι μπέηδες. Και αυτοί και οι επίτροποί τους στεναχωρούντους χωριάτες, τους γελούν στους λογαριασμούς και τους κατακλέβουν. Και οι δραγάτεςοι Αλβανοί που φυλάγουν τα χτήματα είναι άγριοι και τους κακομεταχειρίζονται.Οι χωροφύλακες και οι στρατιώτες όταν περνούν από τα χωριά τρώγουν και πίνουνκαι δεν πληρώνουν, μπορεί και να κλέψουν κανένα ζευγάρι κάλτσες, κανένα πινάκιή άλλο τίποτε αν δεν είναι δύσκολο να κρυφθεί το πράγμα, μπορεί και να βιάσουνκαμιά γυναίκα αν τύχει η περίσταση, ή να δείρουν κανένα που τους αντιλέγει. Όλααυτά τα δυσάρεστα εκμεταλλεύονται τα κομιτάτα και κεντρίζουν κάθε μέρα τουςχωριάτες που δεν είναι άξιοι να σηκωθούν μόνοι τους να χτυπήσουν τους Τούρκους.Στον κόσμο βέβαια τον πολιτισμένο, στην Ευρώπη, θα πουν οι Βούλγαροι πως ο λαόςτης Μακεδονίας, επειδή δεν μπορεί να υποφέρει τα βάσανα της τουρκικής αρχής, δεβάσταξε πια, αναστατώθηκε και ζητεί την ελευθερία του και τα δικαιώματα τουανθρώπου. Ο χωριάτης δε συλλογίζεται βέβαια ούτε τον εθνισμό ούτε τα πολιτικάδικαιώματα του ανθρώπου. Αλλά στην Ευρώπη έτσι πρέπει να παρασταίνουν ταπράγματα εκείνοι που διευθύνουν, δηλαδή τα κομιτάτα. Σε πολλά τσιφλίκια οιΒούλγαροι μοίρασαν στους χωριάτες τα χωράφια των μπέηδων και τους έπεισαν πωςόταν σηκωθούν και πάρουν τα τουφέκια και σκοτώσουν τους μπέηδες, τα χωράφια θαείναι δικά τους. Έδωσαν μάλιστα σε κάθε χωριάτη ξεχωριστό και ορισμένο μέροςτων χωραφιών. Και αυτοί οι βλάκες το πίστεψαν και θα σηκωθούν, και έπειτα θατους σφάξουν ή θα τους φυλακώσουν οι Τούρκοι. Αλλά πάλι, όταν η Ρωσία τοαπαιτήσει θα τους δώσει ο Σουλτάνος καμιά καινούρια χάρη και μόλις ελευθερωθούναπό τη φυλακή θα είναι έτοιμοι για νέα καμώματα. Στα χωριά μας πηγαίνουν καιτους λέγουν: «Ήλθαμε να σας ελευθερώσουμε. Εμείς δε θέλουμε να γίνετεσχισματικοί ούτε να διαβάζετε βουλγαρικά στα σχολειά σας. Εμείς αφήνουμε τονκαθένα να έχει την πίστη του και να μένει είτε πατριαρχικός είτε σχισματικόςκαι να μαθαίνει τα παιδιά του ό,τι γλώσσα θέλει, είτε ελληνικά είτε βουλγαρικά.Αλλά πρέπει να κάμετε μία επιτροπή και να βάλετε ένα αρχηγό και να πληρώσετεπέντε λίρες ο καθένας για να σας δώσουμε όπλα». Γιατί σε κάθε χωριό κάνουνεπιτροπές, και κάθε μαχαλάς μάλιστα έχει χωριστή δική του επιτροπή, και κάθεεπιτροπή χωριού έχει μικρότερες επιτροπές από δεκαριά ανθρώπους η καθεμιά, πουτους οδηγεί ένας λεγόμενος δεκανέας. Αυτές οι επιτροπές των χωριών είναι καιδικαστήρια. Το κομιτάτο προσπαθεί να εμποδίσει τους χωριάτες να πηγαίνουν στατουρκικά δικαστήρια και τους διατάζει, όταν έχουν κανένα παράπονο ή καμιάδιαφορά αναμεταξύ τους να πηγαίνουν και να δικάζονται ο καθένας από τηνεπιτροπή του χωριού του για να μην ανακατώνονται οι Τούρκοι στις δουλειές τους.Θέλουν έτσι να τους συνηθίσουν να μην υπακούουν πια στους Τούρκους αλλά στοκομιτάτο. Και επειδή οι Τούρκοι τους βαστούν με τον τρόμο τώρα και τόσουςαιώνες, το κομιτάτο νιώθει πως πρέπει να μπήξει μεγαλύτερο τρόμο για να σβήσειτην τουρκική τρομοκρατία και να καταφέρει να τους ορίζει. Θέλουν έτσι οιΒούλγαροι να εγκαταστήσουν τελειωτικά κράτος εν κράτη, κράτος βουλγαρικό μέσασε κράτος τουρκικό στην επιφάνεια της ίδιας χώρας που λέγεται Μακεδονίασυνυπάρχουν δύο κράτη, ένα φανερό και ένα μυστικό, ένα επίσημο και έναανεπίσημο».
ΊωνοςΔραγούμη, Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα, Κεφ. Δεύτερο.

Σπύρος Μελάς, Οι Πόλεμοι 1912-1913

Η προέλαση του Ελληνικού στρατού στηΜακεδονία
«Σταχωριά που περνούσε η Μεραρχία, ένα σωρό φαντάροι άφηναν τις γραμμές, για νασκορπιστούν στα σπιτάκια, στις άθλιες πλινθόχτιστες καλύβες, και να φροντίσουννα εφοδιαστούν. Οι χωριάτες όμως είχαν φροντίσει ν’ αμπαρωθούν καλά. (…) Οιφαντάροι ρίχνονταν στα πιο απροστάτευτα μέρη, στους λαχανόκηπους που τουςπάστρευαν ώσπου ν’ ανοιγοκλείσει κανείς τα μάτια, στους φλογόχρυσους σωρούς τουκαλαμποκιού που ξεραίνονταν στον ήλιο και πηδώντας φράχτες πέφτανε στα κοτέτσιαόπου δεν αφήνανε αυτό, ούτε τσόφλι, ούτε για δείγμα…
Οι πατριαρχικές οικογένειες τωνορνίθων, αιφνιδιαζόμενες μ’ αυτόν τον τρόπο, σκορπίζονταν με δυνατάκακαρίσματα, ξεφωνητά πανικού κι αγωνίας και τρέχανε σε όλες τις διευθύνσεις,αλλού ο γενάρχης γεροκόκκορας, αλλού το χαρέμι του κι αλλού οι καρποί τωναέναων ερώτων τους. Οι άντρες πέφτανε από κοντά και τότε άρχιζε ένα κυνηγητόαπερίγραπτο κι ατέλειωτο…
Κάπου – κάπου, πάνω σ’ αυτές τις ορνιθοκαταδιώξεις, τακακαρίσματα, τις φωνές, παρουσιαζόταν ξαφνικά κάποια χωριάτισσα κι άρχιζε ναβρίζει στη βαριά μακεδονίτικη γλώσσα της, και τότε οι φαντάροι την πολιορκούσανμε τα λεφτά επιδεικτικά στο χέρι, γυρεύοντας να πληρώσουν τη ζημιά, αλλά και ν’αγοράσουν ψωμί, κρασί, τσίπουρο, βούτυρο, τυρί, ό,τι φαγώσιμο. Παίρνανε όμωςολοένα γι’ απάντηση τη στερεότυπη εκείνη λέξη, που μας έριξε λίγο μετά τηΝάουσα ο πρώτος σλαβόφωνος χωριάτης, που απαντήσαμε με κατεβασμένα μούτρα στηνείσοδο του πρώτου χωριού – λέξη, που από τότε, όπου κι αν περάσαμε, ως ταπρόθυρα της Θεσσαλονίκης κι από κει ως τη Φλώρινα, ακουγότανε σα μελαγχολικήεπωδός σε κάθε μας αίτηση: «Νέμα» -Δεν έχει.
Μάταια οι παμπόνηροι Μεσσήνιοι του ένατου συντάγματοςέπαιρναν την πιο μελοδραματική στάση και με τον παθητικότερο τρόπο θύμιζανστους αλύγιστους εκείνους χωριάτες ότι έχυναν το αίμα της καρδιάς τους γι’αυτούς – «Νέμα»!...Μάταια οι αρβανιτομαθείς που ήταν σκορπισμένοι μέσα στοενδέκατο σύνταγμα, εξαντλούσαν τη γλωσσομάθειά τους, φανταζόμενοι στην απλότητατης καρδιάς τους, ότι όσοι δεν μιλούν ελληνικά…ξέρουν αρβανίτικα καιπροσπαθούσαν να πείσουν τους χωριάτες στο παραφθαρμένο πελασγικό τους ιδίωμα,ότι μεταξύ τους υπήρχε συγγένεια αίματος. –Νέμα!...Μάταια, τέλος, βάζοντας όλητους τη νοημοσύνη, κατάφεραν οι άντρες να μάθουν στη στιγμή ότι βόντα θα πεινερό, χλεπ –ψωμί, βίνο- κρασί και μάταια τ’ ανακάτευαν, συμπληρώνοντας μενοήματα, με την ελπίδα να συγκινήσουν τους χωριάτες με το τοπικό τους ιδίωμα:«Νέμα βόντα, νέμα βίνο, νέμα χλεπ, νέμα χιτς!». Ήταν η αιώνια απάντηση. -Αίμανα σας κόψει λοιπόν γαϊδούρια! συμπλήρωναν οι φαντάροι, συνοψίζοντας στη φράσηαυτή όλη τους την αγανάκτηση. Κι έτσι με όλες τις μικρολεηλασίες των περιβολιώνκαι των ορνιθώνων, το καλαμπόκι απόμεινε στο εξής ώσπου να ανοίξει ο δρόμος τουεπισιτισμού μοναχή σχεδόν βάση διατροφής για κείνους που δεν μπορούσαν νατρέχουν, ν’ αρπάζουν, να πηδάνε φράχτες, να καυγαδίζουν και να επιβάλλονται –μ’ άλλα λόγια, για τους περισσότερους.
Όσοι από τους εφέδρους ήταν από τις πολιτείες, αστοί,που έζησαν σε σχετική άνεση, βλέποντας τώρα τα παλιόσπιτα, τα λασπερά δρομάκιατων χωριών, τα μελαγχολικά κι επιφυλακτικά κι άξεστα μούτρα των κατοίκων,μουρμούριζαν με παράπονο:
-Μωρέ τόπο που τον ζήλεψαν και κάνουν και πόλεμο γιανα τον πάρουν!
Οι άνθρωποι όμως του λαού, οι γεωργοί και προ πάντωνοι κτηνοτρόφοι, κοιτάζοντας με το αχόρταγο μάτι του «ειδικού» τα παχιά λιβάδιακαι τα χωράφια, ξεχνούσαν την κούραση και την πείνα για να βγάζουν κάθε τόσοεπιφωνήματα θαυμασμού:
-Για τ’ρα ρε Μήτρο λιβάδι! Εδώ να τα ρίξεις τα ζα ναντα κάνεις φούσκα!
-Για τ’ρα χωράφι! Το ένα είκοσι και εικοσιπέντε θαν τοκάνει εδώ το σιτάρι!
ΣπύρουΜελά (Της Ακαδημίας Αθηνών) Οι Πόλεμοι 1912-1913, σελ. 156-159

Ο Β. Κολοκοτρώνης για τους Σλάβους τηςΜακεδονίας (1919)
(Μετάφρασηαπό τα γαλλικά)
«Πράγματι, (…) οι Σλάβοι της Μακεδονίας και οιΒούλγαροι είναι δύο διακριτές εθνότητες. Εξάλλου, κανείς συγγραφέας, κανένακείμενο δε χαρακτηρίζει Βούλγαρους τους Σλάβους της Μακεδονίας πριν από τηνεποχή του Σαμουήλ (…)
Εν τοιαύτη περιπτώσει, τι σημασία μπορεί να έχει τογεγονός ότι οι Σλάβοι της Μακεδονίας αποκλήθηκαν Βούλγαροι; Αυτή και μόνο ηονομασία είναι ικανή να αλλάξει τον εθνικό τους χαρακτήρα; Μπορούμε ναβασιστούμε μόνο πάνω στο όνομα για να τους ταυτίσουμε, από εθνογραφικήςαπόψεως, με τους πραγματικούς Βούλγαρους; Φυσικά και όχι. Η χρήση του ονόματοςΒούλγαρος θα είχε κάποια αξία μόνο στην περίπτωση όπου οι Σλάβοι της Μακεδονίαςείχαν εκβουλγαρισθεί από τον Σαμουήλ. Αυτό όμως δεν έγινε. Ο Σαμουήλ δεν είχεούτε το χρόνο, ούτε την ευκαιρία, ούτε τα μέσα να αναλάβει αυτό το έργο. Ίσωςνα μην είχε καν την πρόθεση. Είδαμε ότι ο σλάβικος πληθυσμός της Μακεδονίαςείχε κρατήσει μια εχθρική στάση απέναντι στον Σαμουήλ. Κι αυτοί ακόμα οι Σλάβοιπου για λόγους ανεξάρτητους από την εθνικότητά τους, συνέπραξαν με τον Σαμουήλ,καθόλου δεν συγχωνεύτηκαν με τους Βούλγαρους».
«Αν οι Βυζαντινοί τους χαρακτήριζαν Βούλγαρους, οιίδιοι καθώς θα δούμε στο εθνολογικό μέρος αυτής της εργασίας, ποτέ δεν υιοθέτησαναυτό το όνομα, το οποίο επιπλέον, είχε στα μάτια τους μια υποτιμητική χροιά. Τισημασία έχει λοιπόν η χρήση αυτού του όρου από τους Βυζαντινούς ή άλλουςσυγγραφείς; Και γιατί να μην δεχτούμε απλά ότι οι Βυζαντινοί, στους οποίους τοόνομα Βούλγαρος είχε γίνει οικείο στη Μακεδονία από τότε που οι Βούλγαροι τουΣαμουήλ είχαν κατακλύσει με τ’ όνομά τους όλη την Αυτοκρατορία, χρησιμοποίησανεν συνεχεία ασυνείδητα αυτό το όνομα για να χαρακτηρίσουν τους Σλαβομακεδόνες;Αυτοί δεν είχαν δικό τους εθνικό όνομα, μιλούσαν μια γλώσσα μητρική τηςΒουλγαρικής και σε ένα βαθμό είχαν συμπράξει με τον Σαμουήλ. Δεν καταλήγουμελοιπόν σ’ αυτό το συμπέρασμα, ειδικά αν σκεφτούμε πως οι Βυζαντινοί, ιδιαίτεραφανατικοί σε ζητήματα Θρησκείας, δεν έδιναν αντιθέτως καμιά σημασία στην ιδέατης εθνικότητας;»

V.Colocotronis, “La Macédoine etl´ Héllénisme” Παρίσι, 1919. (Ο Β. Κολοκοτρώνης ήταν διευθυντής του Β΄ Πολιτικούτμήματος του Υπ. Εξωτερικών).


Η ΥΠΕΑπροτείνει μέτρα εξελληνισμού

(…) 7. ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ
α. Οι ενέργειες των Σκοπιανών για αυτονόμηση τηςΜακεδονίας μπορούν να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά κυρίως με την εξάλειψη τηςχρήσης του ιδιώματος, στις παραμεθόριες περιοχές. Η άποψη αυτή στηρίζεται στιςδιαπιστώσεις ότι και άλλες περιοχές, οι οποίες παλαιότερα αποτελούσαν επίκεντροτου «Μακεδονικού», όπως η Καστοριά, δεν βάλλονται από την Σκοπιανή προπαγάνδα,γιατί εκεί έχει εξαλειφθεί σχεδόν η χρήση του γλωσσικού ιδιώματος.
β. Το στοιχείο αυτό και μόνο θα ήταν αρκετό νααποκλείσει οιαδήποτε σκέψη επαναπατρισμού των Π/Π [πολιτικών προσφύγων] πουείναι εγκατεστημένοι στην Γ/βία, οι οποίοι έχουν γαλουχηθεί με την «Μακεδονικήιδέα», την «μακεδονική γλώσσα και κουλτούρα», ανεξάρτητα με την συμμετοχή τουςή όχι στις αυτονομιστικές οργανώσεις ΣΝΟΦ, ΝΟΦ και ενέργειες απόσπασης ελληνικώνεδαφών, κατά την περίοδο 1946-1949.
γ. Προς τούτο επιβάλλεται:
1. Η δημιουργία ειδικού κρατικού φορέα, εξαρτουμένουαπό τις Νομαρχίες της παραμεθορίου περιοχής, πλαισιωμένου από κατάλληλο καιειδικώς εκπαιδευθέν στο θέμα «Επιβουλή κατά της Μακεδονίας» προσωπικό, ο οποίοςφορέας να ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με το θέμα αυτό, με εποπτεία τουΥΠΕΞ και να συνεργάζεται στενά, αλλά αφανώς, με τις αρχές Ασφαλείας, καθώς καιμε όλες τις λοιπές δημόσιες υπηρεσίες (Εφορία, Σχολεία, Στρατό, Εκκλησία κλπ.).
2. Στις δημόσιες Υπηρεσίες και κυρίως στα εκπαιδευτικάιδρύματα να υπηρετεί υπαλληλικό προσωπικό, το οποίο να αγνοεί το τοπικό ιδίωμα.
3. Η καθιέρωση ειδικών διαφωτιστικών σεμιναρίων γιαόλους τους δημοσίους υπαλλήλους και τους κληρικούς που υπηρετούν στην ευαίσθητηπεριοχή της Μακεδονίας.
4. Η καθιέρωση κινήτρων για την υποχρεωτική παραμονήόλων των Δημοσίων και λοιπών υπαλλήλων στις έδρες των υπηρεσιών τους (π.χ.καταβολή ενοικίου, επίδομα κλπ.).
5. Δημιουργία Πολιτιστικών Συλλόγων, όπως ο«ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ» Φλωρίνης και η οικονομική ενίσχυση αυτών, για την πραγματοποίησηεκδηλώσεων και την έκδοση βιβλίων, εφημερίδων, περιοδικών κλπ. τα οποία νααποστέλλονται ακολούθως στους ομογενείς του εξωτερικού, που κατάγονται από τιςπεριφέρειες των αποστολέων, για την τόνωση του εθνικού φρονήματος και τηνθωράκισή τους έναντι της ανθελληνικής προπαγάνδας που ασκείται από τις Σ/Μ[Σλαβομακεδονικές] οργανώσεις.
6. Παρεμβολή διαφόρων εμποδίων (μη αναγνώριση πτυχίων,αναβολή στράτευσης κλπ.) στους προτιθέμενους να φοιτήσουν στα Σκόπια Έλληνες.
7. Επισήμανση σε κάθε χωριό των ατόμων που λόγω τωνσυγγενικών τους δεσμών και της προσωπικότητάς τους επηρεάζουν ευρύ κύκλοσυγχωριανών τους και η με κάθε τρόπο (έστω και έναντι χρηματικής αμοιβής)προσέγγιση αυτών και χρησιμοποίησή τους κατάλληλα, ώστε να γίνουν φορείςκαταπολεμήσεως της χρήσεως του ιδιώματος στον κύκλο τους.
Προς την κατεύθυνση αυτή θετικό και αποτελεσματικόρόλο μπορούν να παίξουν οι νεολαίες των Κομμάτων, κατά την κρίση και μεσυντονισμό της Κυβέρνησης, αφού επέλθει επ’ αυτού διακομματική συμφωνία.
8. Η πρόσληψη στις ένοπλες δυνάμεις, Σώματα Ασφαλείας,στο Δημόσιο και στους οργανισμούς υπαλλήλων καταγόμενων από την περιοχήΦλωρίνης, κατ’ εξαίρεση, και η τοποθέτησή τους υποχρεωτικά σε άλλες περιοχέςτης χώρας.
9. Η ενθάρρυνση εκ μέρους της ηγεσίας του Στρατεύματοςσύναψης γνωριμιών και γάμων στρατιωτικών, που υπηρετούν εκεί και κατάγονταιεκτός Ελλάδος, με γυναίκες που ομιλούν το ιδίωμα.
(…)

Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΠΕΛΑΡΗΣΑΜΤ/ΓΟΣ
Περιοδικό ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ, τεύχος79, Σεπτ. 1989

(Ηαπόρρητη αυτή έκθεση που συντάχθηκε το 1982, περιέχει μία εκτενή περιγραφή«αντεθνικών» δραστηριοτήτων, διαφόρων ειδών, καταλήγοντας στις πάρα πάνωπροτάσεις. Η αυθεντικότητά της επαληθεύτηκε, εκτός των άλλων, και από πρόσφατοδημοσίευμα του Ελεύθερου Τύπου (8 Μαρτίου 1992), δημοσίευμα που όχι μόνοαναδημοσιεύει ένα μέρος της έκθεσης, αλλά και προσφέρει νέα στοιχεία«αντεθνικής» δράσης, έχοντας μάλιστα τον οχτάστηλο πρωτοσέλιδο τίτλο «ΈΛΛΗΝΕΣστην υπηρεσία των Σκοπίων!...», καταλογίζοντας ως «φερέφωνα του Γκλιγκόρωφ»όσους διδάσκουν «σκοπιανούς χορούς» κ.ο.κ. Τα στοιχεία που παραθέτει δεν μπορείπαρά να προέρχονται από παρεμφερή του εγγράφου της ΥΠΕΑ πηγή).




Επιλογή Βιβλιογραφίας

ΑνδριώτηςΝικόλαος, Το ομοσπονδιακό κράτος των Σκοπίων και η γλώσσα του, Θεσσαλονίκη,1960 (επανέκδοση, Τροχαλία, 1992).
ΒακαλόπουλοςΚωνσταντίνος, Η Μακεδονία στις παραμονές του Μακεδονικού Αγώνα (1894-1904),Θεσσαλονίκη, 1986.
ΒακαλόπουλοςΚωνσταντίνος, Νεότουρκοι και Μακεδονία (1908-1912), Θεσσαλονίκη, 1988.
ΒαλντένΣωτήρης, Ελλάδα – Γιουγκοσλαβία. Γέννηση κι εξέλιξη μιας κρίσης και οιανακατατάξεις στα Βαλκάνια. Θεμέλιο 1991.
Bérard V., Τουρκία και Ελληνισμός- οδοιπορικό στη Μακεδονία,Αθήνα, 1987.
ΒλάχοςΝικόλαος, Το Μακεδονικόν ως φάσις του ανατολικού ζητήματος (1878-1908), Αθήναι,1935.
ΒλάχοςΝικόλαος, Ιστορία των κρατών της χερσονήσου του Αίμου (1908-1914), Αθήναι,1954.
ΒογαζλήςΔ. Το Ήλιν – Ντεν, Αθήναι, 1961.
ΓερομίχαλοςΑθ., Η εθνική δράσις του μητροπολίτου Πελαγωνίας Ιωακείμ Φορόπουλου και αιεκθέσεις αυτού, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1968.
ΓκοτζαμάνηςΣωτήριος, Υπομνήματα επί της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής περίμειονοτήτων και αφομοιώσεως πληθυσμών, Αθήναι, 1940.
ΔημητριάδηΒασίλη, Η Κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή, Θεσσαλονίκη1973.
ΔραγούμηςΊων, Μαρτύρων και Ηρώων αίμα. (διάφορες εκδόσεις).
ΖωρογιαννίδηςΚωνσταντίνος, Ημερολόγιον πορειών και πολεμικών επιχειρήσεων 1912-13, ΙΜΧΑ,1975.
ΚάκκαβοςΔημήτριος, Απομνημονεύματα (Μακεδονικός Αγών), Θεσσαλονίκη, 1972.
ΚαλαφάτηςΧρυσόστομος (Μητροπολίτης Δράμας), Εκθέσεις περί του Μακεδονικού Αγώνος1903-1907, Θεσσαλονίκη, 1960.
ΚιτσίκηςΔημήτρης, Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1280-1924, Εστία, 1988.
ΚοεμτζόπουλοςΝ., Καπετάν Κώττας ο πρώτος Μακεδονομάχος, Αθήναι, 1968.
ΚολοκοτρώνηςΒασίλειος, Μελέτη περί εξελληνισμού των ξένων τοπωνυμίων της Μακεδονίας, Εκδ.Εθνικού Τυπογραφείου, 1925.
ΚούφηςΠαύλος, Άλωνα Φλώρινας, Αθήνα 1990.
ΚωφόςΕυάγγελος, Η Μακεδονία στη γιουγκοσλαβική ιστοριογραφία, Θεσσαλονίκη, 1974.
ΛάσκαριςΝ., Το Ανατολικόν Ζήτημα. Επανέκδοση Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, 1978.
ΛιθοξόουΔημήτρης, Μειονοτικά Ζητήματα και εθνική συνείδηση στην Ελλάδα, Λεβιάθαν, 1992.
ΜαζαράκηςΑινιάν Ι., Ο Μακεδονικός Αγώνας, Αθήνα, 1981. (Το ίδιο στην Ιστορία τουΕλληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ)
ΜελάΝαταλία, Παύλος Μελάς, Αθήνα, 1964.
ΜόδηςΓεώργιος, Μακεδονικός Αγών και Μακεδόνες αρχηγοί, Θεσσαλονίκη 1950.
ΜόδηςΓεώργιος, ο Μακεδονικός Αγών και η νεώτερη Μακεδονική ιστορία, Θεσσαλονίκη,1967.
ΜυριβήληςΣτρατής, Η ζωή εν τάφω, Έκδοση Μυτιλήνης 1924, επανέκδοση Εστία, 1991.
ΝεκρατζάςΓεώργιος, Η στενή εθνολογική συγγένεια των σημερινών Ελλήνων, Βουλγάρων καιΤούρκων – Μακεδονία – Θράκη. Θεσσαλονίκη, 1988.
Νικοδήμουκαι Θεωδόρητου, Εκθέσεις των μητροπολιτών – η Μητρόπολις Νευροκοπίου 1900-1907,Θεσσαλονίκη, 1961.
ΠαπασταμάτηςΠ., Ο οπλαρχηγός καπετάν Λάκης Πύρζας, Φλώρινα, 1960.
ΠουλιόπουλοςΠαντελής, Άρθρα Θέσεις και Πολεμικές [Για το Μακεδονικό, σ. 72], ΠρωτοποριακήΒιβλιοθήκη, 1976.
ΡακτιβάνΚωνσταντίνος, Έγγραφα και εκθέσεις εκ της πρώτης ελληνικής διοικήσεως τηςΜακεδονίας (1912-1913), Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1951.
ΣτάνφορδΕδουάρδος, Εθνογραφικός χάρτης της Ευρωπαϊκής Τουρκίας και Ελλάδος, μετάεισαγωγικών παρατηρήσεων περί της διασποράς των φύλων εν τη ΙλλυρικήΧερσονήσου, Εν Αθήναις 1877.
Το3ο έκτακτο Συνέδριο του ΣΕΚΕ(Κ), Πρακτικά, εκδ. του ΙστορικούΤμήματος του ΚΚΕ, 1991.
ΤσάμηςΠαύλος, Ο Μακεδονικός Αγών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών 1975. [κείμενα τουπαραρτήματος].
Τούντα– Φεργάδη Αρετή, Ελληνο –Βουλγαρικές μειονότητες – Πρωτόκολλο Πολίτη – Καλφώφ1924-1925, ΙΜΧΑ 1986.
WaceA.& ThomsonM., Οι νομάδες των Βαλκανίων, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη,1979.
ΤοΜακεδονικό ζήτημα – ιστορικοπολιτικαί πληροφορίαι, μετάφραση Ι. Λαμψίδης,Ινστιτούτο Ιστορίας της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών.
ΟΜακεδονικός Αγών και τα εις Θράκη γεγονότα, Γενικόν Επιτελείον Στρατού –Διεύθυνσις Ιστορίας, Αθήναι, 1979.
ΟΜακεδονικός Αγώνας, απομνημονεύματα: Π. Αργυρόπουλος, Α. Ζάννας, Κ. Μαζαράκης –Αινιάν, Α. Σουλιώτης- Νικολαίδης, Ναούμ Σπανός, Β. Σταυρόπουλος, Θεσσαλονίκη,1984.
ΑρχείοΜακεδονικού Αγώνα, Πηνελόπη Δέλτα απομνημονεύματα: Γερμανού Καραβαγγέλη,Γεωργίου Δικωνύμου Μακρή, Παναγιώτη Παπατζανετέα, Θεσσαλονίκη, 1984.
ΟΜακεδονικός Αγώνας – Συμπόσιο 28 Οκτωβρίου -2 Νοεμβρίου, εκδ. Ίδρυμα ΜελετώνΧερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη, 1987.

Barker Elizabeth, Macedonia, Its place inBalkan power politics, Royal Institute of International Affairs, 1950.
Brailsford H. N., Macedonia. Its Races andtheir Future, 1906. (Επανέκδ. Ν. Υόρκη 1971).
Castellan Georges, Histoire des Balkans, Fayard,1991.
Christides Christ., Le camouflage macedonien a lalumiere des faits et des chiffres, 1949.
Colocotronis Vassilios, La Macedoine et l’ Héllénisme,Berger’ Levrault, 1919.
Dakin Douglas, The Greekstruggle in Macedonia 1897- 1913, Thessaloniki, 1964.
Kofos Evangelos, Nationalismand Communism in Macedonia, Thessaloniki, 1964.
Mavrogordatos George,Stillborn Republic, Social Coalitions and party strategies in Greece 1922-1936,Univ. of California, Berkeley, Λος Άντζελες – Λονδίνο, 1983.
Poulton Hugh, The Balkans-Minorities and states in Conflict, Minority Rights Publications, 1991.
Reiss R. A., Rapport sur la situation desbulgarophones et des musulmans dans les nouvelles provinces greques, 1915.
Sherman Laura Beth, Fires onthe mountain, The Macedonian revolutionary movement and the kidnapping o ElenStone, Boulder, 1980.
Stavrianos L.S., The Balkanssince 1453, Dryden Press, 1958.
Zotiades George, TheMacedonian controversy, IMXA, 1961.
Wilkinson George, Maps andpolitics. A review of the ethnographic cartography of Macedonia, Liverpool, 1951.

Άρθρα σε περιοδικά.

ΘέσειςΝο 27, 1989: Τυροβούζη Χρήστου, Για την ιστορική διάσταση του Μακεδονικού.
ΘέσειςΝο 38, 1992: Άκη Γαβριηλίδη, Το Υπαρκτό, το Τεχνητό και το «Ανύπαρκτο».
ΔημήτρηΛιθοξόου, Η μητρική γλώσσα των κατοίκων του ελληνικού τμήματος της Μακεδονίαςπριν και μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών.
ΟΠολίτης, Νο 115, 1991: Δαμιανού Παπαδημητρόπουλου, Τα Βαλκάνια και μεις.
Αρνούμαι,Νο 5, 1991, Παρίση Θανάση- Ταξιαρόπουλου Δημήτρη, Εμείς οι Μακεδόνες.
ΣχολιαστήςΝο 79 (Σεπτ. 1989): Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας (ΥΠΕΑ) Επιβουλή κατά τηςΜακεδονίας (απόρρητη έκθεση).

Γιατο Εθνικό Ζήτημα (επιλογή):

Anderson Benedict, ImaginedCommunities. Reflections on the origin and spread of nationalism, Verso,1983.
ΜπαλιμπάρΕ. Βαλλερστάιν Ι., Φυλή, έθνος, τάξη. Οι διφορούμενες ταυτότητες, Πολίτης,1991.
Blinkhorn, M. –Veremis Th.,Modern Greece: Nationalism andNationality, SAGE – ELIAMER, 1990.
Hobsbawm Eric, Mεγαλομανείς ψευδαισθήσεις. Οι κίνδυνοι του ΝέουΕθνικισμού, εφημ. Πριν, Νο 95 (15 Μαρτίου 1992).
ΛέκκαςΠαντελής, Εθνικιστική ιδεολογία και εθνική ταυτότητα, περιοδικό Τα ιστορικά,τευχ. 11 (Δεκ. 1992).
Lowy Michel, ΟιΜαρξιστές και το Εθνικό Ζήτημα, περιοδικό Τετράδια, τευχ. 8 (Άνοιξη 1984).
PistoiPaolo, Εθνική ταυτότητα και πολιτική κινητοποίηση, Λεβιάθαν1991.
ΡοντενσόνΜαξίμ, Ο Μαρξισμός και το Έθνος, περιοδικό Ο Πολίτης, τεύχη 116 & 117.

Δεν υπάρχουν σχόλια: