Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2008

ΓΙΑΤΙ ΕΚΤΟΣ ΝΟΜΟΥ ΟΙ ΝΑΖΙΣΤΕΣ...

Γιατί Εκτός Νόμου;


Στις 14 Μάη, αντιπροσωπεία της Αντιναζιστικής Πρωτοβουλίας κατάθεσε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης πολιτικό υπόμνημα και νομικό κείμενο με αίτημα “Να βγει εκτός νόμου η ναζιστική οργάνωση “Χρ. Αυγή”, ζητώντας παράλληλα συνάντηση με τον υπουργό.
Τα κείμενα αυτά συνοδεύτηκαν από μπροσούρα για τις τραμπούκικες επιθέσεις των ναζιστών και την ανοιχτή τους υποστήριξη στον χιτλερισμό και το ναζισμό, στην οποία περιέχονταν αποσπάσματα από άρθρα των ναζιστών στα περιοδικά και τις εφημερίδες τους και φωτογραφίες. Επίσης κατατέθηκαν οι πρώτες 265 υπογραφές που συγκέντρωσε η Αντιναζιστική Πρωτοβουλία σε κείμενο με αίτημα να τεθεί εκτός νόμου η “Χρ. Αυγή” και η Διεθνής Αντιρατσιστική Σύμβαση, όπου βασίζεται το αίτημα μας.
Στις 15 Μάη ο ίδιος φάκελος κοινοποιήθηκε στον Πρωθυπουργό και στον Πρόεδρο της Βουλής. Την ίδια μέρα, δόθηκε ανακοίνωση Τύπου και γνωστοποιήθηκε ο φάκελος στις εφημερίδες.
Πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα της Αντιναζιστικής Πρωτοβουλίας με το οποίο πρόταξε το σκάνδαλο της νομιμότητας των ναζιστών στη χώρα μας σα ζήτημα ζωής και θανάτου για τη δημοκρατία στην Ελλάδα. Μέχρι τη στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο δεν έχει υπάρξει απάντηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Τον Ιούνη του 1998, η Αντιναζιστική Πρωτοβουλία κλείνει ένα χρόνο από την ίδρυσή της. Σ’ αυτό το διάστημα όχι μόνο πετύχαμε να κάνουμε πλατιά γνωστή τη θέση να βγουν εκτός νόμου οι ναζιστές αλλά καθιερώσαμε αυτή τη θέση και σε άλλα πολιτικά ρεύματα. Ακόμα αποκαλύψαμε πλατειά τον ανοιχτά ναζιστικό χαρακτήρα της “Χρ. Αυγής”, ιδιαίτερα με την τελευταία αφίσα της Πρωτοβουλίας με τίτλο “ΟΧΙ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΣ ΤΩΝ ΝΑΖΙΣΤΩΝ”. Έτσι είχαμε μια πρώτη συσπείρωση του δημοκρατισμού.
Τα αποτελέσματα της καμπάνιας μας φάνηκαν στις πρωτομαγιάτικες ανακοινώσεις της ΓΣΕΕ, του ΕΚΑ, της ΑΔΕΔΥ και της ΟΛΜΕ, όπου απαίτησαν “να τεθούν εκτός νόμου οι ναζιστικές οργανώσεις”, με σαφή αναφορά στη Χρ. Αυγή. Στην ίδια κατεύθυνση ήταν και το γενικό “εκτός νόμου οι ρατσιστές” του YRE μετά τη δολοφονία του Νιγηριανού.
Για πρώτη φορά απαίτηση “για το εκτός νόμου” έμπαινε τόσο πλατιά. Αυτή τη θέση, την τεκμηριώσαμε νομικά. Ήταν σαφής η Διεθνής Αντιρατσιστική Σύμβαση την οποία για χρόνια τώρα έχει καταχωνιάσει το ελληνικό εθνορατσιστικό κράτος. Από εκεί και πέρα άνοιξε ο δρόμος. Μια πρώτη συγκέντρωση όπου υπήρξε και τοποθέτηση σε νομικό επίπεδο, έγινε στην αίθουσα της ΟΤΟΕ, τον περασμένο Νοέμβρη. Ωστόσο τα νομικά εργαλεία έπρεπε να δουλευτούν ακόμα για να συνταχθεί το υπόμνημα που θα πήγαινε στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Παράλληλα, έπρεπε να τροχίσουμε τα πολιτικά μας επιχειρήματα ενάντια ιδιαίτερα στους αστούς φιλελεύθερους που χτυπούσαν το “εκτός νόμου”, με τη θέση ότι “όλοι πρέπει να απολαμβάνουν το δημοκρατικό δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, οπότε και οι ναζιστές”.
Το πολιτικό υπόμνημα και το νομικό κείμενο που καταθέσαμε αποτελούν τον καρπό της δουλειάς όλων των συναγωνιστών της Πρωτοβουλίας και απόδειξη ότι λίγοι αποφασισμένοι άνθρωποι μπορούν να καταφέρουν πολλά. Ωστόσο έχουμε πολύ δρόμο ακόμα μπροστά μας. Η ανάπτυξη του αντιναζιστικού κινήματος μεγαλώνει, όπως και τα δικά μας καθήκοντα. Έχουμε βάλει δύο στόχους. Ο ένας είναι η νομική απαγόρευση των ναζιστών, και ο άλλος η συντριβή της ιδεολογίας τους. Αυτό το δεύτερο είναι και το πιο δύσκολο, αλλά πολύ αναγκαίο καθήκον γιατί η νόμιμη ύπαρξη των ναζιστών γίνεται δυνατή στο έδαφος του πολύ ευρύτερου εθνορατσισμού που καλλιεργεί το πολιτικό καθεστώς


ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΥΠΟΜΝΗΜΑ


Εμείς που καταθέτουμε αυτό το κείμενο ενώσαμε τις προσπάθειές μας και συγκροτήσαμε την Αντιναζιστική Πρωτοβουλία, για να εμποδίσουμε την ανάπτυξη του νεοναζιστικού ρεύματος στη χώρα μας και για να εφαρμοστούν οι στοιχειώδεις δημοκρατικές αρχές, ώστε να απαγορευτεί κάθε ναζιστική δραστηριότητα και να τεθεί εκτός νόμου κάθε ναζιστική οργάνωση.
Αποτελεί πολιτικό σκάνδαλο πρώτου μεγέθους και πρωτοφανή πρόκληση σε βάρος των δημοκρατικών κατακτήσεων όχι μόνο του ελληνικού λαού, αλλά όλων των ευρωπαϊκών λαών, το γεγονός ότι μόνο στη χώρα μας ανάμεσα σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπεται η νόμιμη λειτουργία μιας ανοιχτά χιτλερικής οργάνωσης όπως είναι η “Χρυσή Αυγή”.
Oι λαοί της Ευρώπης έχουν αποκτήσει μέσα από την αφάνταστα οδυνηρή εμπειρία του Β’ Παγκόσμιου πόλεμου τη γνώση του ναζισμού και του φασισμού και δε δέχονται σε καμία περίπτωση να δώσουν στους ναζιστές για άλλη μια φορά τη δυνατότητα να δηλητηριάσουν τις μάζες και να τις χρησιμοποιήσουν για τους πολέμους και τις τερατώδεις δικτατορίες τους. Γι’ αυτό, αφού τιμώρησαν τους ναζί εγκληματίες μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, εμπόδισαν με αυστηρούς νόμους την επανεμφάνιση κάθε προπαγάνδας που υποστηρίζει άμεσα την πολιτική και ιδεολογική γραμμή, καθώς και τα σύμβολα και τα πρόσωπα των υπεύθυνων εκείνου του πολέμου.
Οι ναζιστές και οι φασίστες κάθε είδους για να εξασφαλίσουν την ελευθερία να οργανώνονται και να διαδίδουν τις θέσεις τους επικαλούνται τα αντίστοιχα δημοκρατικά δικαιώματα που ισχύουν γενικά για τους πολίτες και τα πρόσωπα, άτομα ή ομάδες κάθε χώρας. Επικαλούνται δηλαδή το δικαίωμα της “ελευθερίας της έκφρασης”!
Αυτό το επιχείρημα χρησιμοποίησε το κύμα του ιστορικού αναθεωρητισμού των ναζιστικών εγκλημάτων ιδιαίτερα μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’50.
Διακρίνοντας τον σοβαρότατο κίνδυνο οι γενικές δημοκρατικές αρχές να γίνουν το όχημα για την επανεμφάνιση του ναζισμού, οι ευρωπαϊκοί λαοί και τα κράτη αποφάσισαν να θωρακίσουν τη δημοκρατία. Ένωσαν την αντιφασιστική τους πείρα ενάντια στο ρατσισμό του αντισημιτισμού και του “άρειου έθνους”, με το ρεύμα των χωρών του Τρίτου Κόσμου που έδωσαν τον εθνικο-απελευθερωτικό τους αγώνα ενάντια στο ρατσισμό της αποικιοκρατίας και αποτύπωσαν αυτές τις αρχές σε διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις.
Έτσι όχι μόνο κήρυξαν παράνομη κάθε διάκριση μέσα στις κοινωνίες τους που βασίζεται στην εθνική καταγωγή, στο χρώμα και τη θρησκεία, αλλά απαγόρευσαν την νόμιμη δράση και οργάνωση των ρατσιστών και των ναζιστών.
Με αυτό τον τρόπο ολόκληρη η ανθρωπότητα έβαλε τις βάσεις και τους κανόνες με τους οποίους θα εμπόδιζε όσο μπορούσε την επανεμφάνιση ενός νέου ναζιστικού ρεύματος που θα επεδίωκε την παγκόσμια ηγεμονία και ένα νέο κύκλο αίματος. Προστάτευσε δηλαδή το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης από τους επίδοξους καταπατητές της.
Αντίθετα από τη γενική κίνηση όλων των σύγχρονων δημοκρατικών κοινωνιών, στη χώρα μας, οι ναζιστές έχουν την τερατώδη άνεση να συγκροτούν πολιτικό κόμμα, να εκδίδουν εφημερίδες και περιοδικά, να μιλάνε στην τηλεόραση, να κατεβαίνουν στις εκλογές (ευρωεκλογές ’94 και βουλευτικές ’96), και μάλιστα να συμμετέχουν στη Διακομματική Επιτροπή καλεσμένοι από τους αρμόδιους υπηρεσιακούς Υπουργούς, με τη συγκατάθεση όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων, και τέλος, με την ίδια γενική συγκατάθεση να μιλούν στην τηλεόραση.
Εδώ λοιπόν στη χώρα μας, όπου έχουμε το θλιβερό προνόμιο να είναι ακόμα νόμιμοι, οι ναζιστές έχουν κινηθεί σύμφωνα με τις άμεσες συνέπειες των θέσεών τους και σύμφωνα με το σιδερένιο νόμο της ίδιας τους της ύπαρξης.
Ξυλοκοπούν συστηματικά τους ξένους εργάτες, ιδιαίτερα άλλου χρώματος, καθώς και νεολαίους που η εμφάνισή τους υπονοεί δημοκρατική στάση, εκστρατεύουν ενάντια στις εθνικές μειονότητες και έχουν τραυματίσει σοβαρά και κατ’ επανάληψη μέλη αντιεθνικιστικών οργανώσεων.
Εκεί που είναι το κέντρο της δραστηριότητάς τους, τα σχολεία, και στα οποία αναπτύσσονται ανησυχητικά, οι ναζιστές συγκροτούν τους πυρήνες τους πάνω στη βία. Η φυσική βία και η απειλή άσκησης φυσικής βίας απέναντι σε ανοργάνωτους, εύκολους στόχους, είναι η κύρια μορφή της ίδιας τους της προπαγάνδας.
Τελευταίο κρούσμα ήταν η απρόκλητη δολοφονική επίθεση ομάδας ναζιστών ενάντια στον Α. Καλοφωλιά στο κέντρο της Αθήνας μπροστά στα έντρομα μάτια δεκάδων μαρτύρων, που τους είδαν να βρίσκουν καταφύγιο στα γραφεία της “Χρυσής Αυγής”.
Στη βάση λοιπόν αυτού του σκεπτικού και αυτών των γεγονότων εμείς σα δημοκρατικοί άνθρωποι, κάτοικοι αυτής της χώρας, Έλληνες και ξένοι και ανεξάρτητα από κάθε άλλη πολιτική και ιδεολογική μας θέση, θεωρούμε σαν το πιο καίριο ζήτημα πολιτικής δημοκρατίας το να τεθούν εκτός νόμου οι ναζιστικές οργανώσεις και να απαγορευτεί κάθε ναζιστική δραστηριότητα.
Νομίζουμε ότι κάτω από το φως της ιστορίας, της πείρας των λαών και της διεθνούς δημοκρατικής πρακτικής θα πρέπει να αντιμετωπισθεί και κάθε επιχειρηματολογία και ένσταση που αξιοποιεί δημοκρατικές διαθέσεις καλόπιστων και προοδευτικών ανθρώπων, για να σπείρει τη δυσπιστία σχετικά με την ορθότητα και τη δημοκρατικότητα μιας πολιτικής απόφασης για να τεθούν εκτός νόμου οι ναζιστές.
Κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε και να αντικρούσουμε τα δύο πιο βασικά από αυτά τα επιχειρήματα:
Το πρώτο είναι ότι η θέση “εκτός νόμου” των ναζιστών μπορεί να γίνει εφαλτήριο για να τεθούν εκτός νόμου και άλλα αντιδραστικά πολιτικά ρεύματα, δηλαδή να επεκταθεί σε αμφιλεγόμενους και ευρείς πολιτικούς χώρους, οπότε θα διασπούσε την κοινωνία και θα ανατίναζε το δημοκρατισμό. Στη συνέχεια αυτής της λογικής η απαγόρευση των ναζιστών θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από την πολιτική αντίδραση για να τεθούν εκτός νόμου αριστερές ή επαναστατικές δυνάμεις που περιλαμβάνουν στην πολιτική τους θεωρία και το πρόγραμμα τους, την ταξική, επαναστατική ή αντιϊμπεριαλιστική βία και αρνούνται από αυτή την πλευρά το σύγχρονο αστικό δημοκρατικό κράτος. Έτσι σε τελική ανάλυση αυτή η απαγόρευση θα μπορούσε να εφαρμοστεί αδιάκριτα ενάντια σε δημοκρατικές οργανώσεις και το περιεχόμενο της αρχικής απαγόρευσης να αναστραφεί.
Το να τεθούν εκτός νόμου οι ναζιστές δεν αποτελεί μια μέθοδο για να λυθεί το πρόβλημα της πολιτικής αντίδρασης γενικά, ούτε καν το πρόβλημα του ρατσισμού, του αντισημιτισμού και της αντίστοιχης βίας. Μια πολιτική και νομική απαγόρευση ασφαλώς δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ευρύτερη πολιτική και κοινωνική διαπάλη, ούτε ακόμα να εμποδίσει την εμφάνιση των πιο οπισθοδρομικών πολιτικών και ιδεολογικών ρευμάτων. Έχει άλλωστε αποδειχθεί ιστορικά ότι αυτοί ξέρουν να μεταμορφώνονται αδιάκοπα και να προσαρμόζονται στις διαρκώς μεταβαλλόμενες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Έχει επίσης διαπιστωθεί ότι συχνά η πολιτική και κοινωνική αντίδραση, δανείζονται σύμβολα και φράσεις του αντιπάλου προοδευτικού στρατοπέδου για να κρύψουν κάτω από νέο γοητευτικό μανδύα, το μισητό και χρεοκοπημένο παλιό τους περιεχόμενο.
Το να επιχειρήσει, λοιπόν, μια δημοκρατική εξουσία, ακόμα και με τις καλύτερες των προθέσεων να αντιμετωπίσει αυτά τα ρεύματα με απαγορεύσεις θα ισοδυναμούσε με το να εξαπολύσει πόλεμο σε όλο και ευρύτερες μάζες ανθρώπων, να διασπάσει το λαό και τελικά να ασκήσει δικτατορία πάνω του. Όμως το να τεθούν εκτός νόμου οι ναζιστές, δηλαδή ουσιαστικά να ασκηθεί πάνω τους η κρατική βία είναι μια έκφραση της συλλογικής θέλησης ενός λαού να μην ξαναυποστεί μια βία που έχει ήδη γνωρίσει με ακραίο και οδυνηρό τρόπο μέσα από την ίδια του την άμεση πείρα.
Ολόκληρη η ελληνική κοινωνία, όπως και οι κοινωνίες της Ευρώπης σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της, αλλά και η συντριπτική πλειοψηφία των λαών και των εθνών του πλανήτη έχουν γνωρίσει άμεσα και μισήσει τη ναζιστική βία, τόσο στη χιτλερική όσο και στην γιαπωνέζικη αυτοκρατορική της έκδοση. Στη βάση αυτής της λογικής είναι κοινωνικό αίτημα να απαγορευτεί κάθε διακίνηση και ανάπτυξη εκείνου του ιδεολογικού οπλοστάσιου που πάλι αποδειγμένα έχει χρησιμοποιήσει αυτή η βία για να νομιμοποιηθεί.
Αυτή είναι η διαφορά του να τεθούν εκτός νόμου οι ανοιχτοί ναζιστές από το να τεθούν εκτός νόμου άλλες, ίσως και επικινδυνότερες, αλλά πάντως μεταμφιεσμένες μορφές του ναζισμού, του ρατσισμού και του αντισημιτισμού. Η διαφορά βρίσκεται ακριβώς στο ζήτημα της βιωμένης, γενικής και πρακτικής πείρας των μαζών και μάλιστα στα πλαίσια ενός παγκόσμιου φαινομένου. Αυτή η μαζική πείρα είναι που δημιουργεί δίκαιο, και μάλιστα δίκαιο από την πιο βαθειά σύγχρονη δημοκρατική πηγή που είναι ο παγκόσμιος αντιφασιστικός δημοκρατικός αγώνας. Αυτό είναι το δίκαιο της δίκης της Νυρεμβέργης που ουσιαστικά αποτελεί τη βάση όλης της πολιτικής της μεταπολεμικής απαγόρευσης του ναζισμού, του ρατσισμού και του αντισημιτισμού στις ευρωπαϊκές χώρες. Σε αυτό το σημείο η χώρα μας αποτελεί μια θλιβερή όσο και ανησυχητική εξαίρεση με το να επιτρέπει τη μέγιστη ελευθερία της έκφρασης και της οργάνωσης, οπότε και της άσκησης οργανωμένης βίας στους ναζιστές, αλλά και την ελευθερία της διάδοσης των εθνορατσιστικών και των αντισημιτικών ιδεών.
Γίνεται λοιπόν φανερό στη βάση του παραπάνω σκεπτικού ότι δεν μπορεί κανείς να επικαλεσθεί το προηγούμενο μιας τέτοιας απαγόρευσης των ναζιστών, ακόμα περισσότερο για να απαιτήσει να τεθούν εκτός νόμου πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα που αναφέρονται ή επικαλούνται την ταξική βία, και με οποιοδήποτε τρόπο αρνούνται το σύγχρονο αστικό κράτος και επιδιώκουν την καταστροφή του.
Δεν χρειάζεται να αφοσιωθούμε εδώ στη συζήτηση του τι μπορεί να σημαίνει η θεωρία και η πρακτική της ταξικής βίας, η βίαιη καταστροφή του αστικού κράτους, ούτε είναι σκόπιμο να κάνουμε εδώ ένα, κατά τα άλλα απαραίτητο, διαχωρισμό ανάμεσα στους μαζικούς μεγάλους αντιϊμπεριαλιστικούς και ταξικούς αγώνες του αιώνα που απελευθέρωσαν λαούς, και τα πραξικοπήματα ή τις δικτατορίες των αυτο-ανακηρυγμένων ταξικών και αντιϊμπεριαλιστικών πρωτοπορειών που τους καταπίεσαν.
Σε κάθε περίπτωση, είτε δηλαδή μιλάμε για μια καταπιεστική είτε για μια απελευθερωτική για τους λαούς βία, δεν έχουμε να κάνουμε με καμία βιωμένη και δηλωμένη απαίτηση των λαών σε παγκόσμια κλίμακα, ούτε με καμία βιωμένη και δηλωμένη απαίτηση του δικού μας λαού να τεθούν σε απαγόρευση ή να τιμωρηθούν ή να περιοριστούν τα δικαιώματα, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, των υπερασπιστών αυτών των ιδεών. Αντίθετα μάλιστα σε γενικές γραμμές οι λαοί έχουν μια βασική ιστορική ανάμνηση βγαλμένη μέσα ακριβώς από την ίδια την οδυνηρή τους πείρα, ότι οι υπερασπιστές και δημιουργοί των μεγάλων ταξικών και αντιϊμπεριαλιστικών αγώνων, και κυρίως οι οπαδοί του διεθνισμού, ήταν πρωτοπόροι στη μεγάλη παγκόσμια απελευθερωτική αντιναζιστική μάχη και εκείνοι που θυσιάστηκαν σε πιο μεγάλη κλίμακα γι’ αυτήν.
Στην πραγματικότητα το να τεθούν εκτός νόμου οι ναζιστές όχι μόνο δε δημιουργεί προηγούμενο για αντεπίθεση της πολιτικής αντίδρασης σε βάρος των δυνάμεων της προόδου, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για την επιβίωση κάθε προοδευτικού και δημοκρατικού ρεύματος.
Γιατί όταν οι ναζιστές είναι νόμιμοι, τότε είναι νόμιμη η βία τους. Και αυτή η βία κατευθύνεται κύρια ενάντια στους πιο προοδευτικούς και δημοκρατικούς ανθρώπους, ασκώντας έτσι μια ιδιότυπη και υπόκωφη επιλεκτική δικτατορία σε βάρος τους, δίχως να θίγεται η γενική δημοκρατική μορφή του καθεστώτος. Το πιο ανησυχητικό όμως στην περίπτωση της νομιμότητας του ναζισμού, είναι ότι αυτή εκφράζει την πρόθεση ευρύτερων και ισχυρότερων δυνάμεων του πολιτικού καθεστώτος και της κρατικής εξουσίας, συχνά κρυμμένων, να χρησιμοποιήσουν τους ναζιστές, τη βία τους και την προπαγάνδα τους ώστε να καθαρίσει και να ανοίξει ο δρόμος για μια δικιά τους επέλαση στην πολιτική εξουσία.
Στο σημείο αυτό οφείλουμε να απαντήσουμε στο δεύτερο συνηθισμένο επιχείρημα κατά της απαγόρευσης των ναζιστών, ότι δηλαδή αυτή η απαγόρευση θα δυναμώσει τους ναζιστές που σήμερα κινούνται στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, γιατί θα τους δώσει το κύρος του κυνηγημένου και του μάρτυρα, θα τους φέρει στο κέντρο της πολιτικής ζωής και τελικά θα τους αναπτύξει.
Αυτό το επιχείρημα αγνοεί την κοινωνική βάση του ναζισμού σαν πολιτικού ρεύματος και την ιστορική πείρα από την ανάπτυξή του. Ο ναζισμός αναπτύσσεται μεν κάνοντας προπαγάνδα μέσα στο λαό και αντλεί στρατό από αυτόν, δηλαδή παίρνει τη μορφή λαϊκού και επαναστατικού ρεύματος,, αλλά αυτά μόνο στη μορφή. Η αληθινή πηγή της δύναμής του, δηλαδή το περιεχόμενό του, βρίσκεται στην υποστήριξη ή την ανοχή ισχυρών τμημάτων της άρχουσας τάξης και τμημάτων του κρατικού μηχανισμού.
Χάρη σ’ αυτή την υποστήριξη και σ’ αυτή την ανοχή, εξασφάλισε πάντα ο ναζισμός τη δυνατότητά του να ασκεί τη βία του.
Η βία είναι η βασική του πρακτική μέθοδος προπαγάνδας. Τα εξαντλημένα μικροαστικά στρώματα, οι άνεργοι και οι περιθωριακοί που αποτελούν την πολιτική του πελατεία απαιτούν από αυτόν κυρίως την ισχύ, και η ισχύς εκδηλώνεται με τη βία απέναντι στους “εχθρούς του έθνους και του λαού”. Η ναζιστική θεωρία προσδιορίζει τον “εχθρό” και νομιμοποιεί τη βία ενάντιά του, αλλά η ίδια η βία είναι το πιο ουσιαστικό στοιχείο στη θεωρία και την πράξη των ναζιστών.
Αυτό επαληθεύεται και σήμερα με τη “Χρυσή Αυγή” η οποία παρ’ όλο τον περιθωριακό της ακόμα χαρακτήρα, οργανώνει νέα μέλη, ιδιαίτερα στα σχολεία, χάρη στη βία και στο βαθμό που αυτή είναι γενικά ατιμώρητη. Λέμε γενικά ατιμώρητη, επειδή τα θύματα αυτής της βίας είναι άτομα, τις περισσότερες φορές μεμονωμένα, που είναι αδύνατο σαν τέτοια να καταφύγουν στη δικαιοσύνη για να αντιμετωπίσουν μια οργανωμένη και νόμιμη εγκληματική συμμορία. Ο νόμος εδώ έχει αποδειχτεί ως τα τώρα ανίκανος, όταν δεν είναι αδιάφορος, να τιμωρήσει δράστες που κρύβονται και καλύπτονται μέσα σε μια εγκληματική ομάδα.
Το να τεθούν λοιπόν οι ναζιστές σαν οργάνωση εκτός νόμου, θα οδηγήσει στην αποδυνάμωση τους, αφού δεν αντλούν τη δύναμή τους από το λαό αλλά από την ανοχή ή τη συνεργασία φορέων της κρατικής εξουσίας. Επίσης η απαγόρευση δε θα τους δώσει το φωτοστέφανο του μάρτυρα, ακριβώς εξ αιτίας της καθολικής αποστροφής που γεννά η ιδεολογία τους μέσα στον πληθυσμό. Η ελκτικότητα αυτής της ιδεολογίας μπορεί να υπάρχει μόνο στο πολύ νεαρό κομμάτι της νεολαίας που αγνοεί ολότελα τη σύγχρονη πολιτική ιστορία, και δεν έχει επίσης ακόμα διαμορφώσει τα αντισώματα από την πείρα της κοινωνικής ζωής.
Γι’ αυτό η απαγόρευση της προπαγάνδας των ναζιστικών ιδεών, είναι τόσο απαραίτητη όσο είναι η απαγόρευση της προπαγάνδισης της χρήσης ναρκωτικών. Στην περίπτωση των ναζιστικών ιδεών δεν ισχύει η “ελευθερία της διακίνησης και της διαπάλης των ιδεών” γιατί δεν αποτελούν καν ιδέες. Αποτελούν βάρβαρα καλέσματα στα χειρότερα ένστικτα καταστροφής του ανθρώπου.
Μπορεί άραγε κανείς να υποστηρίζει ότι η παιδεραστία και τα ναρκωτικά πρέπει να αφεθούν ελεύθερα, όπως και η προπαγάνδισή τους, για να νικηθούν μέσα στο διάλογο με επιχειρήματα; Μέχρι να γίνει αυτό ασφαλώς μια σειρά από μικρά παιδιά θα έχουν βιαστεί και κακοποιηθεί από διεφθαρμένους ενήλικους και μια μακριά σειρά από πτώματα - θύματα των ναρκωτικών - θα κοσμούν το σαλόνι αυτού του “αριστοκρατικού” κάλπικου δημοκρατισμού.
Από την άλλη μεριά η απαγόρευση της δράσης και της προπαγάνδας των ναζιστών θα εμποδίσει την ανάπτυξή τους, ακριβώς γιατί θα φέρει τον αντιναζισμό στο κέντρο της πολιτικής ζωής. Μόνο στην περίπτωση αυτή θα υποχρεωθούν να τοποθετηθούν ανοιχτά μπροστά στην ελληνική, την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια κοινή γνώμη, εκείνοι που υποστηρίζουν ή καλύπτουν τη νομιμότητα των ναζιστών ειδικά στην Ελλάδα. Γιατί χάρη στην ανοχή τους ήδη οι ναζιστές έχουν μπει στο κέντρο της πολιτικής ζωής. Αυτό αποδείχτηκε περίτρανα με τη βάρβαρη επίθεση βίας και τρομοκρατίας που εξαπέλυσαν πριν λίγους μήνες στη Θεσσαλονίκη ενάντια σε μια ελληνοτουρκική συνάντηση επιχειρηματιών, καταφέρνοντας να δηλητηριάσουν παραπέρα τις ήδη τεταμένες ελληνοτουρκικές σχέσεις, ενώ ήδη προκαλούν ταραχές στο κέντρο της Αθήνας με τις ρατσιστικές συγκεντρώσεις - προκλήσεις σε βάρος των μεταναστών.
Τότε, και μόνο τότε, θα φανεί ότι υπάρχει ένα βαθύτερο πολιτικό και ιδεολογικό έδαφος στη χώρα μας που επιτρέπει αυτή την τερατώδη νομιμότητα. Η κυρίαρχη πλέον ιδέα του ανώτερου ελληνικού εθνικού πολιτισμού, κέντρου της Ευρώπης, και ο ραγδαία αυξανόμενος αντισημιτισμός, θα πρέπει να συνδυαστούν με το γεγονός ότι ένας βουλευτής της αξιωματικής αντιπολίτευσης καλεί τους ναζιστές σε μελλοντική κυβέρνηση, και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης τον καλύπτει απόλυτα, ενώ απολύτως κανένα κοινοβουλευτικό κόμμα ως τα τώρα δεν έχει θέσει ευθέως ζήτημα απαγόρευσης των ναζιστών.
Η θέση εκτός νόμου της “Χρυσής Αυγής” και κάθε άλλης ναζιστικής συμμορίας, θα κόψει τους δεσμούς κάθε σκοτεινού πολιτικού κέντρου, ντόπιου ή διεθνούς, με τους νέους μηχανισμούς ανωμαλίας και φασιστικής εκτροπής, τους οποίους κατ’ εξοχήν εκπροσωπούν στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο οι ναζιστές.
Υπάρχει μια διαδεδομένη άποψη που συμπληρώνει την προηγούμενη περί “ηρωωποίησης των ναζιστών με την απαγόρευση”, ότι η απόκρουσή τους είναι δουλειά του δημοκρατικού λαϊκού κινήματος και όχι του κράτους και των κρατικών θεσμών.
Σε τελική ανάλυση πραγματικά η απόκρουση του ναζισμού και η απαγόρευσή του είναι δουλειά του δημοκρατικού λαϊκού κινήματος. Αλλά αυτή η “δουλειά” δε γίνεται δίχως να ανατεθεί στο σύνολο των πολιτικών κομμάτων και των κρατικών θεσμών η ευθύνη που τους αναλογεί. Είμαστε αντίθετοι στη λογική που λέει ότι οι ναζιστές θα αντιμετωπισθούν στους δρόμους από τη λαϊκή και επανασταστική βία, ενώ ήσυχοι, στο απυρόβλητο, αθέατοι, οι πολιτικές δυνάμεις και ο κρατικός μηχανισμός θα επεμβαίνουν για να επιπλήξουν ή να συνετίσουν, ή να διαιτητεύσουν ή να συλλάβουν τους δήθεν διαπληκτιζόμενους.
Το λαϊκό δημοκρατικό κίνημα έχει ως τα τώρα αναλάβει και θα συνεχίσει να αναλαμβάνει το κύριο βάρος του αντιναζιστικού και κάθε αντιφασιστικού αγώνα. Όμως η πάλη κατά του ναζισμού πρέπει να πάρει το βάρος που της αξίζει, δηλαδή να φτάσει να γίνει κεντρικό ζήτημα της κοινωνίας και του κράτους, και η νίκη πάνω στο επανεμφανιζόμενο ναζισμό να κατοχυρωθεί σε επίπεδο θεσμών, νόμων και επίσημων αποφάσεων της διοίκησης και του κρατικού μηχανισμού.
Η Αντιναζιστική Πρωτοβουλία αρνείται να υποτιμήσει αυτό το καίριο ζήτημα για την πολιτική δημοκρατία και την ομαλότητα, για την ειρήνη και την εθνική ανεξαρτησία στα πλαίσια μιας δημοκρατικής και ενωμένης Ευρώπης, αρνείται να το υποβιβάσει σε πόλεμο συμμοριών.


Γι’ αυτούς τους λόγους


ΣΑΣ ΚΑΛΟΥΜΕ

να θέσετε άμεσα εκτός νόμου τη “Χρυσή Αυγή” και κάθε άλλη ναζιστική συμμορία, να απαγορεύσετε με νόμο κάθε πολιτική λειτουργία, οργάνωση και έκφρασή τους, και να μεριμνήσετε για τον ποινικό κολασμό τα ηγετικά τους στελέχη σαν ηθικούς αυτουργούς όλων των μέχρι σήμερα επιθέσεων και κακοποιήσεων σε βάρος πολιτών, Ελλήνων και ξένων, που κατοικούν σ’ αυτή τη χώρα και που έχουν καταγγελθεί δημόσια.
Κύριε Υπουργέ,
Θέλουμε να πιστεύουμε ότι θα ανταποκριθείτε στη βαθύτερη δημοκρατική διάθεση του λαού μας να τεθεί τέλος στη ντροπή της νομιμότητας των ναζιστών στην Ελλάδα και ζητάμε το συντομότερο δυνατό συνάντηση μαζί σας.
Συνημμένα σας υποβάλλουμε:
1. Υπόμνημα που θεμελιώνει νομικά το αίτημα μας να τεθεί εκτός νόμου η “Χρ. Αυγή”.
2. Κείμενο με την απαίτηση να τεθούν εκτός νόμου οι ναζιστές, το οποίο υπογράφουν κατ’ αρχήν 265 πολίτες. Η συλλογή των υπογραφών συνεχίζεται.
3. Ιδρυτική Διακήρυξη θέσεων της Αντιναζιστικής Πρωτοβουλίας.
4. Ντοκούμεντα από τα έντυπα της “Χρ. Αυγής” που αποδεικνύουν το ναζιστικό- ρατσιστικό της χαρακτήρα.
5. Τη Διεθνή Αντιρατσιστική Σύμβαση η οποία έχει υπογράψει και κυρώσει η χώρα μας με το Νομοθετικό Διάταγμα 494/1970 (ΦΕΚ Α΄, 77, 3 Απριλίου 1970).


Με τιμή
Αντιναζιστική Πρωτοβουλία


ΝΟΜΙΚΟ ΥΠΟΜΝΗΜΑ

(Μέρος Α΄)


H Αντιναζιστική πρωτοβουλία κατάθεσε στις 14 Μαίου 1998 στον υπουργό Δικαιοσύνης Γιαννόπουλο υπόμνημα, ζητώντας να βγει εκτός νόμου η ναζιστική “Χρυσή Αυγή”. Το υπόμνημα αυτό συνοδευόταν από ένα πλήρη φάκελο με νομικά επιχειρήματα και ντοκουμέντα για τη βία και της θέσης των ναζιστών.
ΥΠΟΜΝΗΜΑ
Της μη κυβερνητικής οργάνωσης “Αντιναζιστική Πρωτοβουλία” σχετικά με τη λήψη των κατάλληλων νομοθετικών και διοικητικών μέτρων για την απαγόρευση της ίδρυσης και λειτουργίας των ναζιστικών και ρατσιστικών οργανώσεων στη χώρα μας σε συμμόρφωση με τη Διεθνή Σύμβαση για την Εξάλειψη κάθε μορφής Φυλετικής Διάκρισης, την οποία έχει επικυρώσει η χώρα μας με το Προεδρικό Διάταγμα 494/1970. Αναφερόμαστε ειδικά και συγκεκριμένα στη ναζιστική οργάνωση “Χρυσή Αυγή” η οποία λειτουργεί νόμιμα και συμμετέχει στις εκλογές.
Η Αντιναζιστική Πρωτοβουλία είναι μία μη κυβερνητική οργάνωση η οποία ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1997 από δημοκράτες που έχουν μία κοινή ιδεολογική θέση, είναι αντιναζιστές. Σκοπός της Αντιναζιστικής Πρωτοβουλίας είναι η καταπολέμηση του φαινομένου του ναζισμού στη χώρα μας. Η συγκρότησή της οφείλεται στην έντονη ανησυχία των μελών της για τα φαινόμενα ρατσισμού, και βασικά εθνορατσισμού, ξενοφοβίας, αντισημιτισμού και δυσανεξίας που παρατηρούνται σήμερα στην ελληνική κοινωνία. Αυτή η ανησυχία έγινε ιδιαίτερα έντονη από την ανάπτυξη της δράσης της ναζιστικής οργάνωσης “Χρυσή Αυγή” με τη διάδοση προπαγανδιστικού υλικού ανοιχτά υπέρ του χιτλερισμού, του ρατσισμού και του αντισημιτισμού και την εκδήλωση μίας σειράς επιθέσεων ενάντια σε αλλοδαπούς, μέλη αντιεθνικιστικών οργανώσεων και νέους που η εμφάνισή τους υποδηλώνει δημοκρατική στάση.
Η δράση και η λειτουργία των ναζιστικών και ρατσιστικών οργανώσεων, όπως η “Χρυσή Αυγή”, είναι αντίθετη με τις αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος της χώρας μας. Με τη δράση και την προπαγάνδά της, η οργάνωση αυτή έχει παραβιάσει και παραβιάζει τα συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα των αλλοδαπών που βρίσκονται στο έδαφος της χώρας, των ελλήνων πολιτών που αποτελούν μέλη εθνικών μειονοτήτων αλλά και των ελλήνων πολιτών στο σύνολο τους.
Αναφερόμαστε σε δημοσιευμένες ρατσιστικές, αντισημιτικές και φιλο-χιτλερικές δηλώσεις της οργάνωσης στα επίσημα έντυπά της, την δεκαπενθήμερη εφημερίδα και το μηνιαίο περιοδικό. Συγκεκριμένα:
· Εφημερίδα “Χ.Α”, 5/5/1995, από άρθρο για την επέτειο της μεγάλης αντιφασιστικής νίκης των λαών ενάντια στον Χίτλερ: <<Λυπούμεθα αλλά η εφημερίδα αυτή δεν έχει να εορτάσει τίποτε στις 8 Μαίου. Αντίθετα, βλέποντας τη σημερινή μορφή του κόσμου, βλέποντας τη σαπίλα, την υποκρισία, την κτηνώδη καταναλωτική μανία, και την πνευματική ερήμωση να κυριαρχούν παντού, προβληματίζεται κατά πόσον έχει σχέση με την Αλήθεια το επαναλαμβανόμενο παραμύθι ότι στον τελευταίο πόλεμο νίκησαν οι καλοί>>.
· Περιοδικό “Χ.Α.”, Α.Τ. 67, σελ. 32-36. Άρθρο με τίτλο “Το σιωνιστικό Δηλητήριο στην Οθόνη”: <<Το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που ήρθε με την ήττα των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, βρίσκει τον Εβραίο δυνάστη κυρίαρχο και παντοδύναμο. Η εξέλιξη των τεχνικών μέσων καθιστούν τον κινηματογράφο ένα ισχυρό πολιτικό όπλο προπαγάνδας. ...Ταινίες για όλα τα γούστα και για κάθε πνευματικό επίπεδο, αρκεί να συκοφαντείται το Γ΄ Ράϊχ και όλες οι αξίες με τις οποίες ανδρώθηκε και τις οποίες υπεράσπισε μέχρι τελικής πτώσης (Τιμή, Ανδρεία, Ήθος, Πίστη, Φιλοπατρία, Φυλετική Καθαρότητα, Μητρότητα, Οικογένεια). ...Ο μύθος ταμπού της εποχής μας, το “ολοκαύτωμα” βάλλεται από παντού, η καθεστηκυία άποψη για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διέρχεται από το πρίσμα της αμφισβήτησης και οι μεχρι χθες “εγκληματίες πολέμου”, “παράφρονοι δικτάτορες”, κερδίζουν συμπάθειες - περσινό γκάλλοπ στη Γαλλία, γύρω από τη δημοτικότητα του Χίτλερ είναι ενδεικτικό>>.
· Περιοδικό “Χ.Α.”, Α.Τ. 68, 20/1/1992, σελ. 7-13. Άρθρο με τίτλο: “Στον Άγνωστο Ήρωα”, όπου εξυμνείται ως “αγωνιστής πατριώτης”, ο Σεβαστιανός Φουλίδης, Έλληνας από τον Πόντο, συνεργάτης των Γερμανών ναζιστών και κατάσκοπος τους στην Ελλάδα, ταγματάρχης των SS, του “Ευρωπαϊκού Στρατού” όπως τα ονομάζει η “Χ.Α.”. “Ο Φουλίδης ήταν πάνω απ’ όλα ένας συνειδητοποιημένος Έλληνας Εθνικοσοσιαλιστής, ταγμένος ολόψυχα στον Μεγάλο Αγώνα κατά της κομμουνιστικής τυραννίας. Δεν ήταν ένας απλός τυχοδιώκτης, ένας αρριβίστας μισθοφόρος έτοιμος να εξαφανιστεί στην πρώτη δύσκολη στιγμή. Ήξερε πως με τις ενέργειες του αυτές εξυπηρετούσε την Ευρώπη, τη Γερμανία, μα πάνω απ’ όλα την Ελλάδα...>>, όπου στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υποδεικνύεται σαν “πατριωτική στάση” η σύμπραξη με τους ναζιστές.
· Περιοδικό “Χ.Α.”, Α.Τ. 68, 20/1/1992, σελ. 16-17. Άρθρο με τίτλο: “Ρατσισμός τώρα, για την πατρίδα και το λαό!”. <<Ως Εθνικοσοσιαλιστές ενδιαφερόμαστε για τα δικαιώματα, τις κατακτήσεις και τις διεκδικήσεις του Έλληνα εργάτη, αλλά πρώτα απ’ όλα βλέπουμε το θέμα φυλετικά. Δεν περιοριζόμαστε απλά στον οικονομικό τομέα και στο θέμα της εργασίας, γιατί για μας πρωταρχικό είναι ότι οι αλλόφυλοι εργάτες με την παρουσία τους στην Πατρίδα μας αποτελούν κίνδυνο για τη φυλετική μας καθαρότητα. Η κοινωνία μας, ο πολιτισμός μας, η εξέλιξή μας για το Μέλλον είναι παράγωγα των μοναδικών ξεχωριστών μας ιδιοτήτων που κληρονομήσαμε από τους προγόνους. Αυτό τον ακατάλυτο δεσμό μας με την Ιστορία θρέφει το αστείρευτο ποτάμι του Ελληνικού Αίματος. ...Κανένας Ασιάτης ή Αφρικανός δεν κατάλαβε, ούτε θα καταλάβει τον πολιτισμό μας, δεν αγωνίστηκε, ούτε θα αγωνιστεί για το δίκιο μας, δεν εχθρεύτηκε ούτε θα εχθρευτεί τους εχθρούς μας. Πώς μπορεί τότε να ζητήσει μερίδιο στο Αίμα μας, στην Ιστορία μας και στην κοινωνία μας: ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΚΡΑΤΟΣ, ΤΟ ΙΔΙΟ ΑΙΜΑ!...
...Ενάντια στο σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης που στίβει στα γρανάζια του Έλληνες και ξένους εργάτες για να ικανοποιήσει την κερδοσκοπική του απληστία, ενάντια στις αντιανθρώπινες, ισοπεδωτικές και ξεφτισμένες θεωρίες του κομμουνισμού που θεωρεί τους εργάτες ως προλετάριους που δεν έχουν πατρίδα, ενάντια σ’ όλους αυτούς εμείς οι Έλληνες Εθνικοσοσιαλιστές της Χρυσής Αυγής αμετάκλητα Φυλετιστές και υπερήφανοι για την αληθινά Σοσιαλιστική μας ταυτότητα βροντοφωνάζουμε: ΕΞΩ ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ! ΖΗΤΩ Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΕΡΓΑΤΗΣ! ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΤΩΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΟ!>>.
· Περιοδικό “Χ.Α.”, Α.Τ. 69, 25/2/1992, σελ. 38. Στήλη με τίτλο: “Σημεία των Καιρών”, σχολιασμός άρθρου του περιοδικού Ταχυδρόμος για τον ρατσισμό στην Ελλάδα: <<Όσο για το φόβο που ο “Ταχυδρόμος” διατυπώνει “μήπως ήρθε η ώρα ενός Έλληνα Λεπέν” και ότι “ο Χίτλερ περιμένει στη γωνία” τον διαβεβαιώνουμε ότι σύντομα, Εμείς οι Έλληνες Εθνικοσοσιαλιστές της Χρυσής Αυγής, θα κάνουμε τον εφιάλτη του πραγματικότητα>>.
· Περιοδικό “Χ.Α.”, Α.Τ. 70, 2/4/1992, σελ. 39-40. Από άρθρο με τίτλο “Εθνικό είναι ότι είναι αληθινό”: <<Την ίδια τη στιγμή που αδιαφορούν για τους πραγματικούς μας αδελφούς τους Πομάκους, μας παροτρύνουν να θεωρούμε ως Έλληνες όλους τους μουσουλμάνους της Θράκης, λέγοντας υποκριτικά ότι στο μόνο που διαφέρουμε είναι η θρησκεία. Αρκεί και μόνο ένα ταξίδι στη Θράκη για να διαπιστώσουμε πόσο απέχει από την αλήθεια αυτός ο ισχυρισμός, αφού με μια ματιά διαφαίνεται ολοκάθαρα η τρομακτική φυλετική και πολιτιστική διαφορά των τουρκογενών από εμάς τους Έλληνες. Είναι η ίδια διαφορά που υπάρχει μεταξύ Ελλήνων και γύφτων. Το αίσθημα της αποστροφής και η έντονη δυσωδία γεννάται αυθόρμητα σε κάθε Έλληνα που επισκέπτεται τις κοινότητες των τουρκογενών. ...Για γνήσιους Τούρκους, μογγόλους, γυφτανθρώπους, πρόκειται...
... Εμείς οι Έλληνες Εθνικοσοσιαλιστές βροντοφωνάζουμε, να διωχθούν τα δύο σκουλήκια Σαδίκ και Φαίκογλου από τη Βουλή των Ελλήνων και να σταλθούν αυτοί και το υπόλοιπο σκυλολόϊ από εκεί που ήρθαν, στις αφιλόξενες και ξεραμένες μογγολικές στέπες. Έλληνες πατριώτες, ως πότε θα ζεσταίνουμε τέτοια φίδια στον τόπο μας, όταν γνωρίζουμε ότι με την παραμικρή ευκαιρία που θα παρουσιαστεί θα καταφέρουν με το δύσοσμο στόμα τους τη δηλητηριώδη δαγκωματιά στο σώμα της γης των προγόνων μας”.
· Στο περιοδικό Χ.Α., Τ. 92: “Στη νεότερη Ιστορία, η επανάσταση των Ιδεών μας, η “Εθνική Επανάσταση”, που πραγματώθηκε στα χρόνια του Μεσοπολέμου σε διάφορες Ευρωπαϊκές Πατρίδες με ποικίλα αποτελέσματα, είναι η τελευταία και πιο νεαρή Επανάσταση της Ιστορίας. Η πραγμάτωσή της σφράγισε την κρίσιμη κοσμοθεωρητική στροφή, που γεννήθηκε από τη Λευκή Φυλή και τα Έθνη της στην ιστορική διαδικασία. Αυτή η κοσμοθεωρητική στροφή γέννησε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, τον Εθνικοσοσιαλισμό, το Φασισμό, το Φαλαγγιτισμό και τους άλλους Ευρωπαϊκούς Εθνικισμούς, έθεσε δε τις βάσεις για την ανασυγκρότηση των Δυνάμεων της Παράδοσης του σήμερα και του αύριο! Σ’ αυτή την τροχιά έχουμε χρέος να πορευτούμε σ’ αυτά τα “αποφασιστικά χρόνια”. Είμαστε οι χαμένοι του χθες, γι’ αυτό μπορούμε να είμαστε οι μόνοι Νικητές του αύριο! Γιατί συναισθανόμαστε τα οράματα, πιστεύουμε στο πεπρωμένο και αγωνιζόμαστε για το Έθνος, το Λαό και τη Φυλή μας. Για τη συνέχεια της Ζωής και την Ελευθερία της εξέλιξης. Ενάντιοι στο σκοτάδι του σιωνιστικού “διαφωτισμού”, φρουρός της προγονικής κληρονομιάς και αμετανόητοι υπερασπιστές των ιδεών της αιώνιας ομορφιάς του Ελληνικού Κόσμου!”.
· Από το 2ο Συνέδριο του Λαϊκού Συνδέσμου της Χρυσής Αυγής, στην Αθήνα 11-12 Απριλίου 1992: “Οι ρίζες των περισσότερων προβλημάτων που ταλανίζουν σήμερα τον τόπο μας, ανάγονται στην περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στου οποίου τη δίνη η Ελλάδα υπηρετώντας αλλότρια προς το Έθνος συμφέροντα στροβιλίστηκε, πληρώνοντας βαρύτατο τίμημα αίματος και εξήλθε αυτού ευρισκόμενη στο πλευρό των νικητών Συμμάχων”.
Αρθρογραφία αυτού του είδους περιλαμβάνεται σε όλα τα φύλλα της “Χρ. Αυγής”. Εδώ αναφέρουμε τα πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματα. Θα κλείσουμε με αποσπάσματα από τελευταίο φύλλο τους:
· Στην εφημερίδα Χρυσή Αυγή, αρ. φύλλου 235, 3-9 Απριλίου 1998, σε άρθρο με τίτλο “Τα προγονικά έργα, πρόκληση σε δράση” διαβάζουμε: “Το ατομικό επίπεδο του καθενός βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με το Εθνοφυλετικό μας επίπεδο...
...Η χειρότερη κατάληξη για μας (σ.σ. δηλ. για τον Ελληνισμό), είναι η επιδίωξη του Σιωνισμού, αυτή που αναγράφεται στα γνωστά “Πρωτόκολλα της Σιών”. Διάλυση των Εθνών-Φυλών, με πλήρη υποταγή στην εξουσία της μιας και εκλεκτής φυλής του Γιαχβέ. Ο εκλεκτός λαός του Ισραήλ! Η άλλη κατάληξη, η φυσική Φυλετική και Εθνική μας απάντηση. Το βροντερό και επαναστατικό “ΟΧΙ”, που θα εξαπολυθεί από τα στόματα των Ελλήνων, βγαλμένο απ’ τα προτεταγμένα στήθη μας, ενάντια στη λαίλαπα της εκλεκτής φυλής του Ισραήλ, ενάντια στη Λερναία Ύδρα του Σιωνισμού. Φωτιά!
Ο αναγεννημένος ωσάν τον Φοίνικα μέσα απ’ τις στάχτες του, Ηράκλειου Έθνους Έλληνας Ήρωας, φέρει ήδη στα χέρια του αναμμένον Δαυλόν και Δίκοπον Πέλεκυν!
ΖΗΤΩ Η ΝΙΚΗ!”
Η δράση της ναζιστικής οργάνωσης “Χρυσή Αυγή” δε σταματά στις ρατσιστικές διακηρύξεις. Επεκτείνεται σε μία σειρά βίαιων και απρόκλητων επιθέσεων ενάντια σε δημοκράτες, αντιεθνικιστικές οργανώσεις και μετανάστες για τις οποίες δεν υπάρχουν δικαστικές αποφάσεις αλλά υπάρχουν επώνυμες καταγγελίες στον Τύπο. Αναφέρουμε ενδεικτικά τις ακόλουθες:
1. Στις 7 Απριλίου 1996 10 μέλη της πολιτικής οργάνωσης ΟΣΕ (Οργάνωση Σοσιαλιστική Επανάσταση) δέχθηκαν επίθεση στην Κυψέλη την ώρα που διένειμαν την εφημερίδα τους “Εργατική Αλληλεγγύη” και έντυπα για τριήμερο συζήτησης που διοργάνωσε η οργάνωση. Σε μικρή απόσταση από τον τόπο της επίθεσης, βρίσκονταν τα γραφεία της “Χρυσής Αυγής”. Η ΟΣΕ κατάγγειλε με ανακοίνωσή της ότι οι επιτιθέμενοι ήταν “νεοναζί μέλη της Χρυσής Αυγής”. Πέντε από τα μέλη της ΟΣΕ μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο.
2. Στις αρχές του Σεπτέμβρη του 1996, στα Χανιά, δύο Ελληνοπόντιοι και ένας Βορειοηπειρώτης δέχθηκαν επίθεση. Το γεγονός κατάγγειλε με ανακοίνωσή της στις 11/9, η Πανελλήνια Αγωνιστική Μαθητική Κίνηση (ΠΑΜΚ) Χανίων –μαθητική κίνηση της Νεολαίας ΠΑΣΟΚ. Στην ανακοίνωση επισημαίνεται ότι πρόκειται για μέλη της εθνικής-ρατσιστικής οργάνωσης “Χρυσή Αυγή” τα οποία μετά την επίθεση άφησαν σε διπλανό τοίχο την ταυτότητά τους.
3. Στις 31 Ιανουαρίου 1997, δύο μέλη της αριστερής οργάνωσης ΟΑΚΚΕ (Οργάνωση για την Ανασυγκρότηση του ΚΚΕ) δέχθηκαν επίθεση από μέλη της “Χρυσής Αυγής”. Την επίθεση κατάγγειλε με ανακοίνωση Τύπου η ΟΑΚΚΕ. Τα μέλη της που τραυματίστηκαν και μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο ήταν οι Γ. Ιωαννίδης, εργάτης στη Ζώνη Περάματος και Π. Γουρνάς, μαθητής, οι οποίοι κολλούσαν αφίσες εναντίον των αγροτικών μπλόκων. Την επίθεση κατάγγειλαν με ψηφίσματα ο Δήμος Κερατσινίου και ο Δήμος Δραπετσώνας με ονομαστική αναφορά στους “φασίστες της “Χρ. Αυγής”.
4. Στις ευρωεκλογές του 1996 μέλη της “Χρυσής Αυγής” έσπασαν το περίπτερο του εκλογικού συνδυασμού ΟΑΚΚΕ-“Ουράνιου Τόξου” το οποίο είχε στηθεί στην Ομόνοια.
5. Στις 24 Ιανουαρίου 1998, στις 7.30 ο 34χρονος μεταφραστής και μέλος του συγκροτήματος Last Drive δέχθηκε επίθεση από τρεις ναζιστές που τον χτύπησαν με σιδερόβεργα στο πρόσωπο. Όταν αυτός έπεσε στο πεζοδρόμιο άρχισαν να χτυπούν με μανία το κεφάλι του στο μάρμαρο μπροστά στα μάτια δεκάδων θεάτων. Ακόμα και όταν ο Α.Κ. κατάφερε και σύρθηκε στην είσοδο ενός καταστήματος για να γλυτώσει από τη δολοφονική επίθεση, αυτοί μπήκαν μέσα και συνέχισαν να τον χτυπούν μπροστά σε μια υπάλληλο. Ύστερα οι τρεις μπήκαν στην πολυκατοικία της 3ης Σεπτεμβρίου όπου στεγάζονται τα γραφεία της “Χρυσής Αυγής”. Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από τη μαρτυρία του ίδιου του Α. Καλοφωληά και μαρτυρίες αυτόπτων.
6. Στις 24 Φεβρουαρίου, στις 9 το πρωί στην πλατεία Ομονοίας μία ομάδα ναζιστών της “Χρυσής Αυγής” ξυλοκόπησε τον 25χρονο Αλβανό Αρμούτ Α. Οι ναζιστές υποχρέωσαν το θύμα να διαβάζει φωναχτά δημοσίευμα απογευματινής εφημερίδας που κατήγγειλε τη δράση τους. Όπως κατάγγειλε το θύμα στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 29/3: “Προχωρούσα στην Ομόνοια, όταν με σταμάτησαν 4 άτομα με ξυρισμένα κεφάλια και στρατιωτικό ντύσιμο. Κρατούσαν στα χέρια τους μια εφημερίδα. “Ξέρεις να διαβάζεις σκουλήκι Αλβανέ;” μου είπαν, κι άρχισαν να με δέρνουν. Με χτυπούσαν περίπου 10 λεπτά και κάθε τόσο με υποχρέωναν να διαβάζω δυνατά τους τίτλους: “Οπαδοί της Χρυσής Αυγής ξυλοκοπούν συστηματικά αλλοδαπούς” ή το αυγό του φιδιού έχει ήδη εκκολαφθεί στην Ελλάδα”. Έτσι έμαθα από πρώτο χέρι, ποιοι με δέρνανε και γιατί”.
Οι επιθέσεις αυτές της “Χρ. Αυγής” είναι εφαρμογή των διακηρύξεών της. Η πιο ουσιαστική και νομοτελειακή έκφραση της ρατσιστικής ιδεολογίας είναι η βία. Οι φορείς και υπερασπιστές των ρατσιστικών ιδεών αποτελούν απειλή για την πολιτική δημοκρατία, για τη ζωή, την τιμή και την ελευθερία των πολιτών. Το κράτος που δεν απαγορεύει τη δραστηριότητά τους, επιτρέπει την ατιμώρητη, ωμή παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της απόλυτης προστασίας της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας όλων όσων βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων (Σ 5 παρ. 2).
Η χώρα μας έχει την υποχρέωση να απαγορεύσει με νομοθετικά μέτρα την ίδρυση, λειτουργία και δραστηριότητα της οργάνωσης “Χρ. Αυγή”, η οποία δηλώνει ανοιχτά τη ναζιστική και ρατσιστική της ταυτότητα κατ’ εφαρμογή της Διεθνούς Σύμβασης για την κατάργηση κάθε μορφής φυλετικών διακρίσεων που υπογράφηκε την 7η Μαρτίου 1966 και επικυρώθηκε με το Νομοθετικό Διάταγμα 494/1970 (ΦΕΚ Α΄, 77, 3 Απριλίου 1970). Σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Διεθνής αυτή Σύμβαση μετά την κύρωση της αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου.
Στο άρθρο 4 της ως άνω Διεθνούς Αντιρατσιστικής Σύμβασης, θεμελιώνεται η υποχρέωση των κρατών να απαγορεύουν τις ρατσιστικές οργανώσεις και να θεσπίζουν ποινές για τη ρατσιστική δραστηριότητα. Παραθέτουμε ολόκληρο το άρθρο 4: “Τα Κράτη Μέλη καταδικάζουν κάθε προπαγανδιστική ενέργεια και όλες τις οργανώσεις οι οποίες βασίζονται σε ιδέες ή θεωρίες για ανωτερότητα μιας φυλής ή ομάδας προσώπων ενός χρώματος ή εθνολογικής προέλευσης ή οι οποίες προσπαθούν να δικαιολογήσουν ή να προάγουν το φυλετικό μίσος και κάθε μορφής διάκριση, και αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εφαρμόσουν άμεσα και θετικά μέτρα ενδεδειγμένα για την εξάλειψη κάθε παρότρυνσης ή ενεργειών που αποσκοπούν σε τέτοια διάκριση και, για το σκοπό αυτό, τηρουμένων των αρχών που ενσωματώνονται στην Παγκόσμια Δήλωση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων που ρητά εκτίθενται στο 5ο άρθρο της παρούσας Σύμβασης, όπως μεταξύ άλλων:
Α) Να δηλώσουν κολάσιμη κατά νόμο παράβαση, κάθε διάδοση ιδεών που βασίζεται στη φυλετική ανωτερότητα και μίσος, παροτρύνουν στη φυλετική διάκριση, όπως και σε πράξεις βίας ή παροτρύνουν στη διάπραξη τέτοιων πράξεων ενάντια σε οποιαδήποτε φυλή ή ομάδα προσώπων άλλου χρώματος ή εθνολογικής προέλευσης και επίσης τη χορήγηση κάθε βοήθειας σε φυλετικές δραστηριότητες συμπεριλαμβανομένης και της χρηματοδότησης τους.
Β) Να δηλώσουν παράνομες τις οργανώσεις και απαγορεύσουν τις οργανώσεις αυτές όπως και τις δραστηριότητες οργανωμένης προπαγάνδας και κάθε άλλο τύπο προπαγανδιστικής δραστηριότητας οι οποίες παροτρύνουν στη φυλετική διάκριση και οι οποίες την ενθαρρύνουν και όπως δηλώσουν κολάσιμο αδίκημα από το νόμο τη συμμετοχή σε τέτοιες οργανώσεις ή τέτοιες δραστηριότητες.
Γ) Να μην επιτρέπουν στις δημόσιες Αρχές, ούτε στα δημόσια ιδρύματα, εθνικά ή τοπικά, την παρότρυνση για φυλετική διάκριση ή την ενθάρρυνσή της”.

ΝΟΜΙΚΟ ΥΠΟΜΝΗΜΑ

(Μέρος Β΄)


Η ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 4 ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
-Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΩΝ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ
-Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (IUS COGENS)
-Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
-Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
-ΟΙ ΔΕΣΜΕΥΣΕΙΣ ΟΙ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΞΕΝΟΦΟΒΙΑΣ
1) ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
2) ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ
3) ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗ ΔΥΣΑΝΕΞΙΑ
4) ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΦΥΛΕΤΙΚΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ (CERD)
ΖΗΤΑΜΕ

Η ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 4 ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
Το άρθρο 4 προβλέπει υποχρέωση του κράτους για απαγόρευση των ρατσιστικών οργανώσεων όπως η “Χρ. Αυγή”. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη διατύπωση πρέπει να απαγορεύονται οι οργανώσεις που “παροτρύνουν στη φυλετική διάκριση και οι οποίες την ενθαρρύνουν”.
Πρέπει λοιπόν να διευκρινίσουμε πρώτον τον ορισμό της φυλετικής διάκρισης σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση και δεύτερον ποιες είναι οι πράξεις που θεωρούνται παρότρυνση και ενθάρρυνση σε φυλετική διάκριση. Θα αποδείξουμε παράλληλα ότι με βάση όσα ήδη αναφέρουμε πιο πάνω η “Χρ. Αυγή” πρέπει να απαγορευθεί.
Για την ερμηνεία που θα επιχειρήσουμε εδώ θα λάβουμε υπόψη το γενικό κανόνα ερμηνείας των διεθνών συνθηκών (άρθρο 31 παρ.3 εδ. γ της Σύμβασης της Βιέννης περί Δικαίου των Συνθηκών) σύμφωνα με τον οποίο κατά την ερμηνεία των διεθνών συνθηκών πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το Διεθνές Δίκαιο έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται στη νομοθεσία, στη νομολογία και στην πρακτική που εφαρμόζεται από τα κράτη.
Στο άρθρο 1 της Σύμβασης αναφέρεται ότι: “ο όρος φυλετική διάκριση “υπονοεί κάθε διάκριση, εξαίρεση, παρεμπόδιση ή προτίμηση που βασίζεται στη φυλή, το χρώμα, την καταγωγή ή την εθνική ή εθνολογική προέλευση με το σκοπό ή αποτέλεσμα εκμηδένισης ή διακινδύνευσης της αναγνώρισης, απόλαυσης ή άσκησης, με όρους ισότητας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών στον πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, μορφωτικό ή οποιονδήποτε άλλον τομέα του δημόσιου βίου”.
Θα αναφερθούμε επίσης στη μεταγενέστερη Διακήρυξη της UNESCO για τη φυλή και τη φυλετική προκατάληψη του 1978. Στη διακήρυξη δε δίνεται νομικός όρος του ρατσισμού, αλλά ένας αναλυτικός κατάλογος των εκδηλώσεών του: θεωρίες που ισχυρίζονται ότι υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες φυλετικές ή εθνοτικές ομάδες, απλή δικαιολόγηση τέτοιων θεωριών, ρατσιστικές ιδεολογίες, στάσεις προκατάληψης, συμπεριφορά διακρίσεων, πρακτικές απολήγουσες σε ρατσιστική ανισότητα και, τέλος, νομοθεσία και πρακτική διακρίσεων (άρθρο 2).
Στα πιο πάνω αποσπάσματα η “Χρυσή Αυγή” δηλώνει καθαρά: “Ρατσισμός τώρα!”.
Η βασική όμως απόδειξη για το ρατσιστικό της χαρακτήρα είναι η ανοιχτή υποστήριξη του εθνικοσοσιαλισμού : “Εμείς οι Έλληνες Εθνικοσοσιαλιστές βροντοφωνάζουμε, να διωχθούν τα δύο σκουλήκια Σαδίκ και Φαίκογλου από τη Βουλή των Ελλήνων και να σταλθούν αυτοί και το υπόλοιπο σκυλολόϊ από εκεί που ήρθαν, στις αφιλόξενες και ξεραμένες μογγολικές στέππες”.
“Αυτή η κοσμοθεωρητική στροφή γέννησε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, τον Εθνικοσοσιαλισμό, το Φασισμό, το Φαλαγγιτισμό και τους άλλους Ευρωπαϊκούς Εθνικισμούς, έθεσε δε τις βάσεις για την ανασυγκρότηση των Δυνάμεων της Παράδοσης του σήμερα και του αύριο! Σ’ αυτή την τροχιά έχουμε χρέος να πορευτούμε σ’ αυτά τα “αποφασιστικά χρόνια”.
Όταν αναφερόμαστε στις ρατσιστικές θεωρίες, πρέπει κύρια να αναφερόμαστε στο γενικό κεφάλαιο με τίτλο “εθνικοσοσιαλισμός”1. Αυτό το δόγμα περιγράφεται στο βιβλίο “MEIN KAMPF” (Ο αγώνας μου) του Χίτλερ, το οποίο πολύ σωστά θεωρήθηκε η “Βίβλος του Ρατσισμού”. Σύμφωνα με τη θεωρία του την “Άρεια Αλήθεια”, οι ανώτερες φυλές, οι ανώτερες ράτσες πρέπει να αντικαταστήσουν τις κατώτερες ράτσες. Στην άρεια ράτσα ανατίθεται ο ρόλος να εκπολιτίσει τον κόσμο. Στην άρεια φυλή επιτίθεται ο εβραίος. Δεν υπάρχει καμία αθλιότητα στην οποία, σύμφωνα με τον Χίτλερ, δεν είναι ανακατεμένος ο εβραίος. Το άρειο αίμα πρέπει να διατηρηθεί καθαρό. Η ανάμειξη είναι το υπέρτατο αμάρτημα”.
Είναι γενικά αποδεκτό στη διεθνή νομοθεσία και νομολογία ότι οι υποστηρικτές του εθνικοσοσιαλισμού και του χιτλερισμού αποτελούν τους πιο φανατικούς υποστηρικτές των φυλετικών διακρίσεων, της “ανωτερότητας της Αρείας Φυλής”, “της καθαρότητας του αίματος”. Ο ίδιος ο χιτλερισμός, ακριβώς επειδή είναι η πιο τελειοποιημένη φυλετική θεωρία, αποτελεί την ωμή παραβίαση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γι’ αυτό η ανθρωπότητα με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου όταν επέζησε νικηφόρα από την εθνικοσοσιαλιστική λαίλαπα προχώρησε στα πλαίσια του οργάνου της Διεθνούς Κοινότητας, του ΟΗΕ, σε μία σειρά συμβάσεων για την κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ώστε να διασφαλιστεί ότι αυτά δεν θα διακινδυνέψουν από ένα νέο Χίτλερ, από μία νέα ιμπεριαλιστική ρατσιστική πολιτική αλλά και από τον αποικιοκρατικό ρατσισμό.
Η Διεθνής Αντιρατσιστική Σύμβαση αναφέρει χαρακτηριστικά στο προοίμιο της ότι τα συμβαλλόμενα κράτη πιστεύουν ότι κάθε δοξασία που βασίζεται στη φυλετική διαφοροποίηση είναι επιστημονικά σφαλερή, ηθικά καταδικαστέα, κοινωνικά άδικη και επικίνδυνη και ότι καμία δικαιολογία της φυλετικής διάκρισης δεν υπάρχει, ούτε στη θεωρία ούτε στην πράξη, ούτε οπουδήποτε.
Το δεύτερο σκέλος της ερμηνευτικής μας προσέγγισης αφορά τις πράξεις που θεωρούνται παρότρυνση και ενθάρρυνση σε φυλετική διάκριση. Η ρατσιστική πράξη είναι η κάθε μορφής βία που παραβιάζει την αρχή της ισότητας μεταξύ των ανεξάρτητα από φυλή, χρώμα, καταγωγή ή εθνική ή εθνολογική προέλευση, έτσι όπως αυτή κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα μας (άρθρο 4 σε συνδυασμό με άρθρο 5 παρ. 2), στην Οικουμενική Διακήρυξη του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου του 1948 (άρθρα 1 και 2), στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τις Θεμελιώδεις Ελευθερίες και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (άρθρο 14), και στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα (άρθρο 26). Με αυτή την έννοια παρότρυνση και ενθάρρυνση σε ρατσιστική πράξη αποτελεί κάθε μορφής ρατσιστική προπαγάνδα και υποστήριξη της φυλετικής διάκρισης, κάθε έκφραση ρατσιστικής ιδεολογίας, κάθε δημόσια απεύθυνση για υιοθέτηση των θέσεων της φυλετικής ή και εθνικής ανωτερότητας.
Η πραγμάτωση της ρατσιστικής ιδεολογίας ήταν το ναζιστικό κράτος του Χίτλερ, που θεμελιώθηκε στη βία ενάντια στις “κατώτερες φυλές” (και ιδιαίτερα τους εβραίους), και στα “κατώτερα έθνη”. Μία άλλη μορφή ρατσιστικού κράτους ήταν οι αποικίες, όπου η εφαρμογή του ρατσισμού βασίστηκε στη σχέση αποικιοκρατικού έθνους-ιθαγενών. Από τα τελευταία και πιο αποτρόπαια δείγματα ενός τέτοιου ρατσισμού ήταν το καθεστώς του APARTHEID που κατάργησε όλα τα δικαιώματα των ανθρώπων που ανήκαν στη μαύρη φυλή και καταδικάστηκε από τη διεθνή κοινότητα2. Η βία λοιπόν αποτελεί εννοιολογικό στοιχείο του ρατσισμού.
Θα επικαλεστούμε εδώ τον ορισμό που δίνει στο ρατσισμό ο κοινωνιολόγος Albert Memmi: “Ο ρατσισμός είναι η αξιοποίηση γενικευμένη και οριστική των βιολογικών διαφορών πραγματικών ή φανταστικών υπέρ του κατήγορου και σε βάρος του θύματός του για να δικαιολογήσει τα προνόμιά του ή την επίθεσή του... Στοιχείο της ρατσιστικής στάσης είναι η προσπάθεια που γίνεται από τον ρατσιστή να νομιμοποιήσει την επίθεση ή να την διατηρήσει, νομιμοποιώντας το προνόμιο. Αυτή η επίθεση ή το προνόμιο είναι πραγματικά ή δυνητικά”.
Ο ρατσιστής θα εκφραστεί οπωσδήποτε με επίθεση, με βία για να επιβεβαιώσει την “ανωτερότητά” του. Η θεωρία της φυλετικής ανωτερότητας χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει τη βία που ήδη ασκεί ή θα ασκήσει. Είναι η βάση της βίας.
Γι’ αυτούς τους λόγους ένα δημοκρατικό πολίτευμα δεν πρέπει να επιτρέπει την έκφραση στις ρατσιστικές θέσεις, γιατί αυτό σημαίνει ότι προστατεύει την παράνομη βία. Αυτή η στάση αποτελεί στην πράξη κατάλυση των αρχών του δημοκρατικού πολιτεύματος.


Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΩΝ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ
Η επιταγή της Διεθνούς Αντιρατσιστικής Σύμβασης, με βάση μόνο τη γραμματική της ερμηνεία και χωρίς να εξεταστούν το πνεύμα και οι σκοποί της, μπορεί να θεωρηθεί ότι έρχεται σε σύγκρουση με την ελευθερία της έκφρασης της γνώμης (άρθρο 14 παρ. 1 Σ, άρθρο 10 ΕΣΔΑ) και την αρχή της ελεύθερης λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων. Οι αρχές αυτές ουσιαστικά επιβάλλουν σε μία δημοκρατική κοινωνία να αντιπαραθέτει ιδέες στις ιδέες, και λόγο στο λόγο.
Όμως σε μια δημοκρατική κοινωνία απέναντι στην παράνομη βία και στην ιδεολογία της βίας πρέπει να υπάρχουν κατασταλτικά μέτρα. Οι εγκωμιαστές των εγκλημάτων που στρέφονται ενάντια στη ζωή, στην τιμή και στην ελευθερία των πολιτών, όπως ο φόνος, τα βασανιστήρια, ο βιασμός, το εμπόριο ναρκωτικών, η παιδεραστία, τιμωρούνται ποινικά σε κάθε κράτος με δημοκρατικούς θεσμούς. Η ρατσιστική θέση όπως εκφράζεται πιο ολοκληρωμένα με την υποστήριξη του χιτλερισμού και του εθνικοσοσιαλισμού αποτελεί όχι μόνο εγκωμιασμό τέτοιων εγκλημάτων που έγιναν στο παρελθόν αλλά και αυτό είναι το πιο σημαντικό παρότρυνση σε νέα εγκλήματα. Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι το ναζιστικό έγκλημα δεν είναι πολιτικό έγκλημα με την έννοια που μπορεί να θεωρηθεί σε ορισμένες περιπτώσεις η τρομοκρατική δράση στα σύγχρονα κράτη (όπως ο εθνκοανεξαρτησιακός αγώνας, η αναρχική ή η αντικαθεστωτική δράση). Πρόκειται για ωμή φυλετική εκκαθάριση, για εθνοεκκαθάριση, για πράξεις καταδικασμένες με απόλυτο τρόπο από την ανθρωπότητα.
Αυτό είναι το πνεύμα της Διεθνούς Αντιρατσιστικής Σύμβασης και όλων των νομοθετικών και διοικητικών μέτρων καταστολής που έχουν λάβει τα δημοκρατικά κράτη της Ευρώπης.
Παραθέτουμε σχετικά αποσπάσματα από την Έκθεση της Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τον ρατσισμό στην Ευρώπη του 19854: “Δεν πρέπει ούτε να υπερεκτιμάται, ούτε να υποτιμάται ο ρόλος του νόμου και των σχετικών νομικών μηχανισμών. Καταρχήν δεν πρέπει να λησμονούμε ότι κάθε μέτρο, αρνητικού ή θετικού χαρακτήρα, που αποσκοπεί στην εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού καθεστώτος πρέπει σε τελευταία ανάλυση να στηρίζεται σε κανόνα δικαίου. Από την άποψη αυτή, ο νόμος αποτελεί μέσο τελείως απαραίτητο και πανταχού παρόν”.
Απαιτείται κατασταλτικός νόμος για τη ρατσιστική προπαγάνδα και η ρατσιστική δράση αφού αυτή συνεπάγεται την καταστροφή των θεμελιωδών ελευθεριών του ανθρώπου η προστασία των οποίων αποτελεί καθήκον κάθε δημοκρατικού κράτους.
Η ελευθερία της έκφρασης πρέπει να περιορίζεται όταν η έκφραση διακινδυνεύει άλλα έννομα αγαθά5. Η στάθμιση ανάμεσα στην ελευθερία της έκφρασης και το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό καθίσταται αναγκαία σ’ αυτή την περίπτωση. Κατά τη διαδικασία αυτή πρέπει να λάβουμε υπόψη την ιδιαίτερη σημασία που έχει η ελευθερία της γνώμης για μια δημοκρατία. Για τη στάθμιση δύο κριτήρια είναι απαραίτητα: Πρώτον πρέπει να προσβάλλεται έννομο αγαθό που η προστασία του επιβάλλεται από το Σύνταγμα. Δεύτερον πρέπει ο περιορισμός της ελευθερίας της γνώμης να αναφέρεται σε καταστάσεις που είναι καθ’ εαυτές παράνομες.
Η ελευθερία της ρατσιστικής έκφρασης παραβιάζει το δικαίωμα της απόλυτης προστασίας της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας όσων βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια, ανεξάρτητα από φυλή, χρώμα, καταγωγή ή εθνική ή εθνολογική προέλευση, (5 παρ.2 Σ), και της αρχής της ισότητας (4Σ). Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται μόνο για τους έλληνες πολίτες, αλλά η απαγόρευση των διακρίσεων εντάσσεται ως εννοιολογικό στοιχείο στο περιεχόμενο κάθε ατομικού δικαιώματος. Η Διεθνής Αντιρατσιστική Σύμβαση από την οποία δεσμεύεται η χώρα μας έχει κηρύξει παράνομη τη ρατσιστική έκφραση.
Η ίδια η προστασία της ελευθερίας της έκφρασης επιβάλλει την απαγόρευση έκφρασης στον ρατσισμό. Το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα), που θεωρείται σήμερα το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, προβλέπει απόλυτη προστασία της ελευθερίας της έκφρασης, συμπεριλαμβανομένης και της ελευθερίας γνώμης, της λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών, χωρίς την επέμβαση από δημόσια αρχή. Ωστόσο, η άσκηση αυτού του δικαιώματος υπόκειται σε νόμιμους περιορισμούς, οι οποίοι είναι απαραίτητοι σε μια δημοκρατική κοινωνία για την επίτευξη ορισμένων νομίμων σκοπών (παρ. 2). Ο WOLFGANG STRASSER, μέλος της Γραμματείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα6, υποστηρίζει τα εξής γι’ αυτό το θέμα: “Η ερμηνεία του άρθρου 10 μπορεί να θεωρηθεί ως μία διάταξη - κλειδί για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Επομένως η λειτουργία του είναι ευρεία και φιλελεύθερη, βασισμένη στην αρχή ότι ακόμα και οι πληροφορίες ή ιδέες που ενοχλούν ή σοκάρουν το κοινό πρέπει γενικά να επιτρέπονται και πως οι ρήτρες αποκλεισμού πρέπει να ερμηνεύονται στενά.
Με αυτό το περιεχόμενο, δύο όψεις της επίκλησης του άρθρου 10 πρέπει να ξεχωρίσουν:
1) η επίκλησή του από άτομα των οποίων η ελευθερία της έκφρασης περιορίστηκε επειδή υποστήριξαν ιδέες ακραίου εθνικισμού, φυλετικού μίσους, αντισημιτισμού κ.λπ. Σε αυτόν τον τομέα, η Επιτροπή θεωρεί γενικά ότι οι υπό κρίση περιορισμοί δικαιολογούνται είτε βάσει του άρθρου 10 παρ. 2 ή σε ορισμένες σπάνιες περιπτώσεις βάσεις του άρθρου 17 της Σύμβασης.
2) η επίκλησή του από άτομα που σκόπευαν σε κριτική εναντίον εκδηλώσεων ακραίου εθνικισμού, φυλετικού μίσους, αντισημιτισμού κ.λπ. η ελευθερία έκφρασης των οποίων περιορίστηκε συνήθως μετά από αίτηση των επιτιθέμενων: με αυτή την έννοια, τα όργανα της Σύμβασης προστατεύουν την ελευθερία έκφρασης τουλάχιστον αν η κριτική είναι συναφής και ανάλογη”.
Είναι φανερό ότι η προστασία της ελευθερίας της έκφρασης σε μια δημοκρατική κοινωνία απαιτεί την εφαρμογή του άρθρου 4 της Αντιρατσιστικής Σύμβασης.
Την ίδια επιταγή περιέχει και το άρθρο 20 παρ. 2 του Συμφώνου του ΟΗΕ για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα το οποίο η Ελλάδα επικύρωσε και τέθηκε σε ισχύ την 5.8.1997. Σύμφωνα το άρθρο 20 παρ. 2 τα συμβαλλόμενα κράτη πρέπει να απαγορεύουν “οποιαδήποτε ενθάρρυνση του εθνικού, φυλετικού ή θρησκευτικού μίσους που αποτελεί υποκίνηση σε διάκριση”.
Εφόσον επιβάλλεται κατ’ αρχήν η απαγόρευση της ατομικής έκφρασης του προπαγανδιστή της ρατσιστικής ιδεολογίας, απαγορεύεται και η οργανωμένη έκφρασή του, η παράνομη ναζιστική συμμορία, το “κόμμα” των ναζιστών. Η “Χρυσή Αυγή” κατά συνέπεια δεν προστατεύεται από το άρθρο 29 του Συντάγματος που προβλέπει την ελεύθερη ίδρυση και λειτουργία των πολιτικών κομμάτων. Δεν πρόκειται για κόμμα με την έννοια που έχει αυτός ο θεσμός για ένα δημοκρατικό πολίτευμα αλλά για μια οργανωμένη ομάδα ατόμων οι οποίοι και μόνο με τη συμμετοχή τους σ’ αυτήν διαπράττουν ποινικό αδίκημα, αφού συνολικά εκθειάζουν τα εγκλήματα του χιτλερισμού στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και καλούν σε επανάληψή τους (Όσο για το φόβο που ο “Ταχυδρόμος” διατυπώνει “μήπως ήρθε η ώρα ενός Έλληνα Λεπέν” και ότι “ο Χίτλερ περιμένει στη γωνία” τον διαβεβαιώνουμε ότι σύντομα, Εμείς οι Έλληνες Εθνικοσοσιαλιστές της Χρυσής Αυγής, θα κάνουμε τον εφιάλτη του πραγματικότητα). H αναγνώριση του δικαιώματος ίδρυσης κόμματος για τους ναζιστές εξομοιώνεται έτσι με την απαίτηση αναγνώρισης του ίδιου δικαιώματος για τους βιαστές (ή τους υποστηρικτές του βιασμού), τους δολοφόνους (ή τους υποστηρικτές της ανθρωποκτονίας), τους παιδεραστές κ.λπ.

Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (IUS COGENS)
Η ουσιαστική εφαρμογή της Διεθνούς Αντιρατσιστικής Σύμβασης απαιτείται όχι μόνο για να προστατευτεί το δημοκρατικό μας πολίτευμα, αλλά και για να εκπληρώσει η χώρα μας τη συνταγματική της υποχρέωση να προάγει τις αρμονικές σχέσεις με τις τρίτες χώρες και να συμβάλει σε κλίμα ειρήνης και φιλίας.
Στο προοίμιο της Αντιρατσιστικής Σύμβασης διαβάζουμε: “Επιβεβαιώνεται ξανά ότι η διάκριση μεταξύ ανθρωπίνων όντων λόγω φυλής, χρώματος ή εθνικής προελεύσεως αποτελεί εμπόδιο για τις φιλικές και ειρηνικές σχέσεις μεταξύ των εθνών και ότι είναι ικανή να διαταράξει την ειρήνη και την ασφάλεια μεταξύ των εθνών και την αρμονία συμβιώσεως του ενός προσώπου στο πλευρό του άλλου ακόμα και στο εσωτερικό της ίδιας χώρας”.
Στη Διακήρυξη της UNESCO για τις φυλετικές διακρίσεις, στον ορισμό του ρατσισμού που δίνεται εκεί αναφέρεται ότι ο ρατσισμός: “εμποδίζει την ανάπτυξη των θυμάτων του, διαστρέφει αυτούς που τον εφαρμόζουν, διαιρεί τα έθνη στο εσωτερικό τους, αποτελεί εμπόδιο στη διεθνή συνεργασία και προκαλεί πολιτική έχθρα στους λαούς. Διαταράσσει σοβαρά την ειρήνη του κόσμου”.
Ένα κράτος που επιτρέπει τις φυλετικές διακρίσεις στο εσωτερικό του διακινδυνεύει όχι μόνο την εσωτερική δημοκρατία αλλά και τις φιλικές σχέσεις με τρίτα κράτη. Η παραδοχή ανώτερων και κατώτερων φυλών, ανώτερων και κατώτερων λαών, ανώτερων και κατώτερων εθνών δεν μπορεί παρά να δημιουργεί εχθρότητα που στην κατάλληλη στιγμή μπορεί να μετατραπεί σε πόλεμο και μάλιστα πόλεμο με τα πιο βάρβαρα ρατσιστικά και εθνοεκκαθαριστικά χαρακτηριστικά.
Επειδή η σπουδαιότητα της αντιμετώπισης του ρατσισμού είναι αναγνωρισμένη απ’ όλα τα δημοκρατικά κράτη για όλους τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω, η Διεθνής Αντιρατσιστική Σύμβαση αποτελεί Αναγκαστικό Δίκαιο σύμφωνα με το άρθρο 53 της Σύμβασης της Βιέννης περί Δικαίου των Συνθηκών: “Αναγκαστικός κανόνας του γενικού Διεθνούς Δικαίου είναι κανόνας δεκτός και αναγνωρισμένος από τη Διεθνή Κοινότητα των κρατών στο σύνολο της σαν κανόνας, από τον οποίο καμία παρέκκλιση δεν επιτρέπεται και ο οποίος δεν μπορεί να τροποποιηθεί παρά μόνο με νέο κανόνα του γενικού Διεθνούς Δικαίου του ίδιου χαρακτήρα”.
Αυτός ο χαρακτήρας της Σύμβασης κάνει την εφαρμογή της υποχρεωτική από όλα τα συμβαλλόμενα κράτη με τη μεγαλύτερη δυνατή συνέπεια.
Πρέπει να επισημάνουμε εδώ ότι Αντιρατσιστική Σύμβαση όπως και όλα τα Διεθνή Σύμφωνα των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που συνάφθηκαν στο πλαίσιο του ΟΗΕ αποτελεί συνταγματικό κείμενο διεθνούς χαρακτήρα. Το συνταγματικό κράτος εξελίσσεται σήμερα δυναμικά μέσα από τις επιδράσεις που υφίσταται από ένα σύνολο τέτοιων συνταγματικών κειμένων. Τα κείμενα αυτά -είτε εθνικής, είτε διεθνούς ή περιφερειακής προελεύσεως- αποτελούν ένα κομμάτι συνταγματικής πραγματικότητας στο εσωτερικό κάθε κράτους. Η σημασία των κειμένων αυτών για τα συμβαλλόμενα κράτη είναι δεδομένη και συνίσταται στον εμπλουτισμό των εθνικών καταλόγων ατομικών δικαιωμάτων. Από την άλλη πλευρά τα κείμενα αυτά έχουν αναπτύξει ένα τέτοιο χαρακτήρα παγκοσμιότητας που εύκολα τους αποδίδεται ο χαρακτηρισμός του Συντάγματος της Διεθνούς Κοινωνίας ή της πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
To ελληνικό ποινικό δίκαιο σε συμμόρφωση με την Αντιρατσιστική Σύμβαση χαρακτήρισε τη ρατσιστική πράξη και τη ρατσιστική έκφραση ποινικό αδίκημα με το Νόμο 927/79 “περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών σε φυλετικές διακρίσεις”. Αυτός ο νόμος λαμβάνει τυπικά υπόψη του τη Διεθνή αυτή Σύμβαση από την οποία δεσμεύεται η χώρα μας. Ουσιαστικά την αγνοεί με αποτέλεσμα αυτή να παραμένει ανεφάρμοστη, αφού τιμωρεί μόνο την ατομική ρατσιστική έκφραση και πράξη, χωρίς να κηρύσσει παράνομη την οργανωμένη πράξη και την οργανωμένη έκφραση, το ναζιστικό κόμμα.
Θα κάνουμε εδώ μία σύντομη αναφορά σ’ αυτό το νόμο για να επισημάνουμε ότι ακόμα και στο πεδίο που καλύπτει είναι εντελώς ανεπαρκής και ανεφάρμοστος. Χαρακτηριστικό του νόμου αυτού είναι ότι η δίωξη των εγκλημάτων που αναφέρονται σ’ αυτόν είναι δυνατή μόνο ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΕΓΚΛΗΣΗ. Αυτή και μόνη η προϋπόθεση δείχνει ότι στην ιεράρχηση των εγκλημάτων του ποινικού δικαίου, τα φυλετικά εγκλήματα θεωρούνται εγκλήματα με μικρή σημασία. Ο εισαγγελέας σαν εκπρόσωπος της δικαστικής εξουσίας, σαν κρατικός λειτουργός δεν υποχρεώνεται να κινήσει αυτεπάγγελτα ποινική δίωξη. Δεν επιτρέπεται στην κοινωνία, στον τρίτο πολίτη που θίγεται να υποβάλει μηνυτήρια αναφορά για να κινηθεί δίωξη εναντίον των ναζιστών. Η ευθύνη του κράτους για την υπεράσπιση ημεδαπών και αλλοδαπών μετατίθεται στο ίδιο το θύμα.
Οι ποινές που προβλέπονται είναι ασήμαντες. Δεν ξεπερνούν τα δύο έτη ενώ αυτός που προτρέπει σε ρατσιστική βία ή αυτός που εκφράζει ρατσιστικές απόψεις μπορεί να τιμωρηθεί για το έγκλημα του και μόνο με χρηματική ποινή.
Για όλους τους παραπάνω λόγους δεν έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις βάσει αυτού του νόμου, δεν υπάρχει σχετική νομολογία. Λαμβάνοντας ως δεδομένη τη δράση μιας ναζιστικής οργάνωσης στη χώρα μας επί δεκαετία, συμπεραίνουμε ότι η ανυπαρξία νομολογίας δεν οφείλεται στο γεγονός ότι στη χώρα μας δεν υπάρχει ρατσιστική βία, αλλά ότι τα θύματα αισθάνονται ότι στη μάχη τους με τους θύτες δεν θα έχουν την κρατική προστασία που τους αρμόζει, ότι αν δώσουν τη δικαστική μάχη θα εκτεθούν ακόμα περισσότερο.
Ουσιαστικά δεν υπάρχει ελληνική αντιρατσιστική νομοθεσία. Αυτή θα αποκτήσει υπόσταση όχι με μία τροποποίηση του Ν. 927/79, η οποία είναι σε κάθε περίπτωση αναγκαία, αλλά μόνο όταν καλυφθεί το κενό νόμου που υπάρχει για την ίδρυση και λειτουργία ναζιστικών οργανώσεων και να επιβληθεί η απαγόρευση τους.

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
Η Ευρωπαϊκή Ένωση μέσα από τα θεσμικά της όργανα (Κοινοβούλιο, Συμβούλιο, Επιτροπή) έχει δείξει ιδιαίτερη ευαισθησία στον τομέα του ρατσισμού.
Όλα τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν προσχωρήσει στην Αντιρατσιστική Σύμβαση, εκτός από την Ιρλανδία που έχει αναλάβει σχετική δέσμευση.
Θα αναφέρουμε ενδεικτικά νομοθετικά μέτρα που έχουν θεσπίσει τα ευρωπαϊκά κράτη εναντίον του ρατσισμού, με ειδική αναφορά στην απαγόρευση των ρατσιστικών οργανώσεων:
· Στη Γερμανία, το άρθρο 9 (2) του Συντάγματος απαγορεύει τα κόμματα και τις ομάδες των οποίων οι σκοποί ή οι δραστηριότητες έρχονται σε αντίθεση με το ποινικό δίκαιο, το Σύνταγμα ή το διεθνές δίκαιο. Το άρθρο αυτό έχει εφαρμοστεί κατά κύριο λόγο ενάντια στις ρατσιστικές οργανώσεις. Προϋπόθεση για την απαγόρευση τους είναι η έκδοση σχετικής υπουργικής απόφασης. Το 1989, ο Υπουργός Εσωτερικών απαγόρευσε την οργάνωση <>, και το 1992 αρκετές ρατσιστικές και δεξιές οργανώσεις όπως οι “Deutsche Alternative” και το <> απαγορεύτηκαν. Το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη νομιμότητα της απαγόρευσης της οργάνωσης “Nationalistische Front” το 1993.
Το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο έκδοσε δύο αποφάσεις το 1994 με τις οποίες αποφάνθηκε θετικά για τη συνταγματικότητα των άρθρων 130 και 185 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα. Τα άρθρα αυτά ποινικοποιούν την άρνηση του Ολοκαυτώματος (το ψέμα του Άουσβιτς). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η άρνηση του Ολοκαυτώματος δεν αποτελεί ελευθερία έκφρασης γιατί: α) προσβάλλει τον εβραϊκό λαό και β) έχει αποδειχτεί ότι αυτή η άρνηση είναι αντίθετη με την αλήθεια.
· Στη Γαλλία η Διεθνής Αντιρατσιστική Σύμβαση έχει ενσωματωθεί στο εσωτερικό δίκαιο με άμεση εφαρμογή.
· Στην Ιταλία το άρθρο 7 του Νόμου 205/1993 για “επείγοντα μέτρα ενάντια στη φυλετική διάκριση” προβλέπει την προληπτική αναστολή δραστηριοτήτων των οργανώσεων που μπορούν να χαρακτηριστούν ρατσιστικές. Η ανώτατη ποινή ανάλογα με τις δραστηριότητες και τον χαρακτήρα αυτών των οργανώσεων είναι η διάλυση τους και η δήμευση της περιουσίας τους.
· Στην Ολλανδία με νόμο του 1989 οι ρατσιστικές οργανώσεις υπόκεινται σε δίωξη και διάλυση. Εξουσία για την έκδοση της απόφασης με την οποία μπορούν να τεθούν εκτός νόμου και να διαλυθούν ρατσιστικοί σύνδεσμοι και πολιτικά κόμματα παρασχέθηκε στον Εισαγγελέα, ο οποίος μπορεί να το πράξει εφόσον ένα ή περισσότερα από τα ηγετικά τους στελέχη έχουν προηγουμένως καταδικαστεί για παράβαση του Ποινικού Κώδικα.
· Στην Πορτογαλία το άρθρο 46(4) του Συντάγματος απαγορεύει όλες τις ένοπλες ομάδες στρατιωτικής ή παραστρατιωτικής φύσης και αυτές που διαδίδουν φασιστικές ιδέες.
· Το 1994 το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πορτογαλίας εξέτασε, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα, αν έπρεπε να διαλυθεί με βάση την ως άνω συνταγματική διάταξη, η οργάνωση “Εθνικό Κίνημα Δράσης” (Movimiento di acao national -MAN). Το Δικαστήριο δεν έκδοσε καταδικαστική απόφαση γιατί όταν ολοκληρώθηκε η εξέταση της υπόθεσης, η οργάνωση αυτή είχε διαλυθεί. Ωστόσο, με την απόφαση 17/94 διατύπωσε γνώμες για τους σκοπούς της οργάνωσης, οι οποίοι θα μπορούσαν να θεωρηθούν λόγοι διάλυσης της από το κράτος.
· Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η οργάνωση και τα ενεργά μέλη της προπαγάνδιζαν την ιδεολογία της φυλής, δηλώνοντας την αντίθεση τους στη συνύπαρξη διαφορετικών φυλών σ’ ένα κράτος με τέτοιο τρόπο ώστε να προκαλούν ξενοφοβία και φυλετικό μίσος. Οι εκδόσεις της οργάνωσης δημοσίευαν γνωστούς Γερμανούς Εθνικοσοσιαλιστές, Ιταλούς φασίστες και Πορτογαλέζους Συνταγματάρχες. Τα καταχωρημένα μέλη χρησιμοποιούσαν το ναζιστικό χαιρετισμό και επιδείκνυαν τη σβάστικα.
· Στις 12 Απριλίου 1994, το Βέλγιο αναθεώρησε το βασικό νόμο της 30ης Ιουνίου του 1981 για την απαγόρευση συγκεκριμένων πρακτικών που απορρέουν από τον ρατσισμό και την ξενοφοβία, σε συμμόρφωση με τη Διεθνή Αντιρατσιστική Σύμβαση.


ΟΙ ΔΕΣΜΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΞΕΝΟΦΟΒΙΑΣ


1) ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Το Συμβούλιο της Ευρώπης στις 29 Μαίου 1990 έκδοσε απόφαση για την πάλη ενάντια στον ρατσισμό και την ξενοφοβία. Στην απόφαση αυτή τα κράτη μέλη καλούνται μεταξύ άλλων:
Α) Να αναγνωρίσουν (στην περίπτωση που δεν το έχουν ήδη κάνει) τη διαδικασία ατομικών προσφυγών του άρθρου 14 της Διεθνούς Σύμβασης για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων Κάθε Μορφής (2b). Η Ελλάδα δεν έχει αναγνωρίσει ακόμα αυτή τη διαδικασία.
Β) Να προωθήσουν την εφαρμογή νόμων που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση ρατσιστικών ή ξενοφοβικών πράξεων και, όσα κράτη μέλη δεν έχουν θεσπίσει τέτοιους νόμους, να προχωρήσουν άμεσα στη θέσπιση τους (2c). Η απόφαση αυτή αφορά την Ελλάδα γιατί ο αντιρατσιστικός νόμος που έχει θεσπίσει είναι στην πράξη ανεφάρμοστος. Οπότε πρέπει να συμπληρώσει τον ήδη υπάρχοντα νόμο και να τον καταστήσει εφαρμοστέο ή να θεσπίσει νέα νομοθεσία.
Στις 15 Ιουλίου 1996 εγκρίθηκε από το Συμβούλιο απόφαση κοινής δράσης βάσει του άρθρου Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας.
Στην απόφαση αυτή για κοινή δράση καλούνται τα ευρωπαϊκά κράτη να διασφαλίσουν τη δικαστική συνεργασία μεταξύ τους σε ό,τι αφορά τις ρατσιστικές πράξεις. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό θεωρεί την υιοθέτηση αυστηρών νομοθετικών μέτρων από όλα τα κράτη που να επιβάλουν τον ποινικό κολασμό των ρατσιστικών πράξεων και της ρατσιστικής προπαγάνδας. Ανάμεσα στα εγκλήματα που πρέπει να τιμωρούνται αναφέρεται και η δημόσια άρνηση των εγκλημάτων που ορίζονται στο άρθρο 6 του οργανισμού του διεθνούς στρατοδικείου που προσαρτήθηκε στη συμφωνία του Λονδίνου της 8ης Απριλίου 1945, στο βαθμό που η άρνηση αυτή συνιστά περιφρονητική ή μειωτική συμπεριφορά έναντι ομάδας ατόμων προσδιοριζόμενης με βάση το χρώμα, τη φυλή, τη θρησκεία ή την εθνική ή εθνοτική καταγωγή.
Η προθεσμία για να υποβάλουν οι χώρες τις προτάσεις τους για την εφαρμογή της ως άνω απόφασης είναι μέχρι το τέλος Ιουνίου αυτού του έτους.
Η χώρα μας πρέπει να εντάξει αυτή την κατηγορία των πράξεων στις ποινικά κολάσιμες και να θεσπίσει ανάλογη νομοθεσία.


2) ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ
Η Εξεταστική Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τον ρατσισμό και τη Ξενοφοβία (1989-1990) στην έκθεσή της απεύθυνε τις ακόλουθες συστάσεις στα κράτη μέλη της Ε.Ε.:
· Σύσταση 52: Να θεσπιστεί νόμος κατά των δυσμενών διακρίσεων ο ποίος να καταδικάζει όλες τις ρατσιστικές πράξεις και να επιτρέπει σε νομικά πρόσωπα, όπως είναι οι σύνδεσμοι, να υποβάλουν μηνύσεις για ρατσιστικές πράξεις ή να εμφανίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου ως συνενάγοντες.
· Σύσταση 65: Τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν κατάλληλους μηχανισμούς για την παρακολούθηση της απαρέγκλιτης εφαρμογής των συμβάσεων, ψηφισμάτων και οδηγιών και των νομοθετημάτων που αφορούν τις πράξεις ρατσισμού, αντισημιτισμού και ξενοφοβίας.
· Σύσταση 68: Τα κράτη μέλη να καταστήσουν αυστηρότερη τη νομοθεσία τους για την καταστολή του ρατσισμού και του αντισημιτισμού, ειδικότερα δε να λάβουν μέτρα ώστε να εξασφαλισθεί ότι όσοι καταδικάζονται και φυλακίζονται για τέτοιου είδους αδικήματα θα στερούνται των πολιτικών τους δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια της κράτησης.
Από τα ως άνω προκύπτει η υποχρέωση της Ελλάδας να τροποποιήσει τον 927/1979 ώστε να επιτρέπεται η αυτεπάγγελτη δίωξη και η μήνυση, να προσχωρήσει στην ατομική διαδικασία προσφυγών του άρθρου 14 της Διεθνούς Αντιρατσιστικής Σύμβασης, και να θεσπίσει πρόσθετα νομοθετικά μέτρα ώστε να διασφαλιστεί ότι οι ρατσιστές δεν θα έχουν δικαίωμα έκφρασης.


3) ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗ ΔΥΣΑΝΕΞΙΑ
Το 1995 ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενάντια στο Ρατσισμό και τη Δυσανεξία (ECRI) ύστερα από σχετική απόφαση της πρώτης συνάντησης Κορυφής των Αρχηγών των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, για την αντιμετώπιση των αυξανόμενων προβλημάτων του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, του αντι-σημιτισμού και της δυσανεξίας που απειλούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις δημοκρατικές αξίες στην Ευρώπη.
Στην έκθεση της για την Ελλάδα, η Επιτροπή αυτή αναφέρει ότι η Ελλάδα πρέπει να προσχωρήσει στη διαδικασία του άρθρου 14 της Διεθνούς Αντιρατσιστικής Σύμβασης.


4) ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΦΥΛΕΤΙΚΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ (CERD)
Η Επιτροπή για την Εξάλειψη της Φυλετικής Διάκρισης έχει ζητήσει επίμονα από τα συμβαλλόμενα κράτη να εφαρμόσουν τα άρθρα 2 εώς 7 της Σύμβασης, με ειδική αναφορά στο άρθρο 4 α, β και γ, ανεξάρτητα από την ύπαρξη φυλετικών διακρίσεων στο έδαφός τους.
Η Επιτροπή έχει επιβεβαιώσει ότι η εφαρμογή αυτών των κανόνων είναι υποχρεωτική για όλα τα κράτη μέλη.
Από όλα όσα αναφέρουμε στο παρόν γίνεται φανερό ότι το ελληνικό κράτος δεν εφαρμόζει τη Διεθνή Αντιρατσιστική Σύμβαση και δε βρίσκεται σε σύμπλευση με την ευρωπαϊκή πρακτική και νομοθεσία για τα θέματα του ρατσισμού. Η νομιμότητα της λειτουργίας και δράσης της ναζιστικής οργάνωσης “Χρυσής Αυγής” στη χώρα μας σημαίνει ότι επιτρέπεται η δημιουργία ενός πολιτικού κλίματος που εγκυμονεί άμεσο κίνδυνο πολέμου, δικτατορίας και φασισμού.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους

ΖΗΤΑΜΕ
- Να τεθεί εκτός νόμου η “Χρ. Αυγή”
- Να απαγορευτεί η ίδρυση, λειτουργία και δραστηριότητα κάθε άλλης ρατσιστικής ομάδας ή οργάνωσης σε συμμόρφωση με το άρθρο 4 της Διεθνούς Αντιρατσιστικής Σύμβασης
- Να προσχωρήσει η χώρα μας στη διαδικασία του Αρθρου 14 των ατομικών προσφυγών της Διεθνούς Αντιρατσιστικής Σύμβασης
- Να τροποποιηθεί ο Νόμος 927/79 ώστε να επιτρέπεται η αυτεπάγγελτη δίωξη και η μήνυση, να προβλεφθούν αυστηρές ποινές ανάλογες με τη σοβαρότητα του ρατσιστικού εγκλήματος, και να συμπληρωθεί με την πρόβλεψη ποινικού κολασμού για τη δημόσια άρνηση των εγκλημάτων που ορίζονται στο άρθρο 6 του οργανισμού του διεθνούς στρατοδικείου που προσαρτήθηκε στη συμφωνία του Λονδίνου της 8ης Απριλίου 1945, στο βαθμό που η άρνηση αυτή συνιστά περιφρονητική ή μειωτική συμπεριφορά έναντι ομάδας ατόμων προσδιοριζόμενης με βάση το χρώμα, τη φυλή, τη θρησκεία ή την εθνική ή εθνοτική καταγωγή.
- Να θεσπισθεί αυστηρή αντιρατσιστική νομοθεσία ώστε να εφαρμοστούν τα άρθρα 2 έως 7 της Διεθνούς Αντιρατσιστικής Σύμβασης


ΑΝΑΦΟΡΕΣ
1. G. Tenekides: “L’ Action des Nations Unies Contre Discrimination Raciale”, “Recueil Des Cours”, της Ακαδημίας Διεθνούς Δικαίου, τομ. 168 (1980), σελ. 269-487
2. Άρθρο 3 Διεθνούς Αντιρατσιστικής Σύμβασης: “Τα κράτη μέλη ιδιαίτερα καταδικάζουν τη φυλετική απομόνωση και το APARTHEID και αναλαμβάνουν την υποχρέωση παρεμπόδισης, απαγόρευσης και εκρίζωσης κάθε μεθόδου τέτοιας φύσης διενεργούμενης στα εδάφη της δικαιοδοσίας τους”.
3. Εγκυκλοπαίδεια Universalis, τόμος 13, 1972, σελ. 915-916
4. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Εξεταστική Επιτροπή για την Άνοδο του Φασισμού και του Ρατσισμού στην Ευρώπη, Έκθεση για τα Αποτελέσματα των Εργασιών, Εισηγητής Δημ. Ευρυγένης, Δεκέμβριος 1985
5. Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα, Π.Δ. Δαγτόγλου, Εκδόσεις Σάκκουλας 1991
6. ΝοΒ, τόμος 45, τεύχος 6, Σεπτέμβριος Οκτώβριος 1997
7. Τα στοιχεία για τη νομοθεσία των ευρωπαϊκών χωρών προκύπτουν από:
α) τη Συγκριτική Μελέτη της Νομοθεσίας των μελών της Ε.Ε. ενάντια στη διάκριση, το ρατσισμό και τη ξενοφοβία και την παρότρυνση σε μίσος και τη φυλετική βία της Ευρωπαϊκής Γενικής Διεύθυνσης για τις Εργασιακές Σχέσεις και τις Κοινωνικές Υποθέσεις, Νοέμβριος 1994, και,
β) την Έκθεση εξ ονόματος της Εξεταστικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το ρατσισμό και την Ξενοφοβία, 1989-1990.

πηγες:http://www.antinazi.gr/giatigr.htm
http://www.antinazi.gr/politikogr.htm
http://www.antinazi.gr/nomikogra.htm
http://www.antinazi.gr/nomikogrb.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια: