Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Τι προβλέπει νομοσχέδιο για τα παιδιά μεταναστών β' γενιάς...

Ελλάδα σίγουρα θα αργήσει να αποκτήσει τον δικό της Ομπάμα. Τουλάχιστον σύμφωνα με τα όσα εισηγείται για τη διευθέτηση της «χρόνιας εκκρεμότητας» για τα παιδιά των μεταναστών το νομοσχέδιο περί... «αναδιοργάνωσης της δημοτικής αστυνομίας», που έφερε στη Βουλή το υπουργείο ΕξωτερικώνΣτις 60 σελίδες του υπάρχει μόνο μία σχετική παράγραφος που καταφέρνει να διαχωρίσει τα παιδιά των μεταναστών σε δύο κατηγορίες: αυτά που γεννήθηκαν εδώ και δικαιούνται με ατελείωτους περιοριστικούς όρους όταν ενηλικιωθούν να πάρουν την πενταετή άδεια τού επί μακρόν διαμένοντος. Και όσα μεγάλωσαν εδώ για τα οποία δεν λέει κουβέντα, διαιωνίζοντας ένα πρόβλημα που η πολιτεία αρνείται να αντιμετωπίσει δίκαια. Συνεχίζει να αντιμετωπίζει αυτά τα παιδιά, μιλάμε για περίπου 200.000 άτομα, που μεγαλώνουν και μορφώνονται εδώ ως μετανάστες κι ας μην έχουν φύγει από αυτή τη χώρα, που σε πολλές περιπτώσεις είναι και η μόνη που γνωρίζουν.Το νομοσχέδιο καταφέρνει ακόμη να αγνοεί το αίτημα για τη χορήγηση της ελληνικής ιθαγένειας στα παιδιά που γεννιούνται και μεγαλώνουν στη χώρα μας και το οποίο διατυπώνουν:**Τα ίδια τα γνωμοδοτικά του όργανα -όπως είναι η Κεντρική Επιτροπή Απλούστευσης Διαδικασιών για το Δημόσιο και το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής.**Θεσμικοί φορείς όπως ο Συνήγορος του Πολίτη.* Ολες οι αντιρατσιστικές, μεταναστευτικές και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.Φαίνεται ότι η ηγεσία του υπουργείου επέλεξε να κλείσει τα αυτιά της στις εμπεριστατωμένες θέσεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά και να κάνει πως δεν βλέπει ότι η χώρα μας είναι ουραγός στο θέμα της πολιτογράφησης στην Ε.Ε.Η «Ε» αναζήτησε τη γνώμη ανθρώπων που έχουν ασχοληθεί με το θέμα:
Δημήτρης Χριστόπουλος,
πρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
«Το σχέδιο νόμου θα μπορούσε και έπρεπε να είναι πιο ρεαλιστικό και γενναιόδωρο», σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου Δημήτρη Χριστόπουλο: «Ουσιαστικά, χρησιμοποιεί το καθεστώς τού επί μακρόν διαμένοντος για να καλύψει το θέμα της δεύτερης γενιάς, και μάλιστα με εξόχως αυστηρές προϋποθέσεις. Ακόμη και έτσι βέβαια, η προτεινόμενη ρύθμιση θα βοηθήσει πολλούς νέους ανθρώπους που γεννήθηκαν στην Ελλάδα. Σήμερα, η δεύτερη γενιά μεταναστών, με την ενηλικίωσή της ψάχνει με κάθε τρόπο να βρει διέξοδο εργασίας ή σπουδών για να μπορέσει να παραμείνει εδώ, σε ένα καθεστώς απόλυτης αβεβαιότητας. Το ελληνικό κράτος αποδίδει "κατά παρέκκλιση της διαδικασίας", σε άτομα που έχουν κλείσει δεκαοχτώ χρόνια διαμονής και δώδεκα χρόνια εκπαίδευσης στη χώρα, το καθεστώς που η Ευρωπαϊκή Ενωση δίνει σε ανθρώπους που κατοικούν πέντε ή δέκα χρόνια σε κράτη-μέλη. Η πραγματικότητα όμως φωνάζει. Η Ελλάδα καλείται εμφαντικά να επεξεργαστεί άλλες λύσεις, οι οποίες δεν αντιμετωπίζουν τη δεύτερη γενιά των μεταναστών ως "παρέκκλιση". Μια από αυτές είναι η κτήση της ελληνικής ιθαγένειας για όσους το επιθυμούν. Ο χρόνος πιέζει».
Σόνια Μητραλιά,
μέλος της καμπάνιας «Οχι στον Ρατσισμό από την Κούνια»
«Σκέτη κοροϊδία» χαρακτηρίζει τη διευθέτηση η Σόνια Μητραλιά, μέλος της καμπάνιας «Οχι στον Ρατσισμό από την Κούνια», επειδή «δίνει -και μάλιστα υπό περιοριστικούς όρους- ένα ψίχουλο προκειμένου να παγιώσει για τα επόμενα χρόνια μια κατάσταση που μεταφράζεται στην πεισματική άρνηση να αναγνωρίσει το αυτονόητο. Δηλαδή, το στοιχειώδες δικαίωμα των παιδιών των μεταναστών που γεννήθηκαν και/ή μεγάλωσαν και πήγαν σχολείο στην Ελλάδα να αντιμετωπίζονται από το κράτος όπως οι φίλοι και συμμαθητές τους: ως Ελληνες πολίτες. Αντί να δοθεί η ελληνική ιθαγένεια στα παιδιά της δεύτερης γενιάς μεταναστών, η περίφημη κυβερνητική διευθέτηση τους παραχωρεί "την ιδιότητα τού επί μακρόν διαμένοντος". Δηλαδή να ανανεώνουν την άδεια παραμονής τους όχι κάθε χρόνο, αλλά πενταετία. Και αυτή όμως η τόσο... "απλόχερη" παραχώρηση δεν γίνεται ούτε σε όλους/ες ούτε άνευ όρων.Αρκεί η παράθεση μιας πρόσφατης τοποθέτησης (20 Νοεμβρίου) του δεξιότατου -κατά άλλους, "μεταφασίστα"- κυβερνητικού εταίρου τού Σίλβιο Μπερλουσκόνι και προέδρου της ιταλικής Βουλής, Τζιανφράνκο Φίνι, για να καταδειχτεί πόσο υποκριτική, απαρχαιωμένη, υπερσυντηρητική και, κυρίως, κοντόφθαλμη και ρατσιστική είναι η μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης Καραμανλή. Δήλωσε, λοιπόν, ο κ. Φίνι τα εξής: «"Τα παιδιά των μεταναστών θα είναι οι αυριανοί Ιταλοί" και γι' αυτό "χρειάζεται να τους δώσουμε τα συγκεκριμένα εργαλεία για να γίνουν ισότιμοι πρωταγωνιστές της συλλογικής ζωής"»...
Βασίλης Χρονόπουλος,
πρόεδρος του διαδικτυακού περιοδικού «diavatirio.net»
«Μπορεί να είναι η πρώτη κυβερνητική νομοθετική πρωτοβουλία που δίνει περισσότερα δικαιώματα στη συγκεκριμένη κατηγορία, αλλά δεν αποτελεί ούτε ουσιαστική λύση ούτε βιώσιμη», λέει στην «Ε» ο υπεύθυνος του διαδικτυακού περιοδικού «diavatirio.net» Βασίλης Χρονόπουλος:«Δεν είναι ουσιαστική λύση γιατί:- Δεν καλύπτει τον συνολικό αριθμό των παιδιών που ζουν στη χώρα και έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά. Δεν υπάρχει λογική εξήγηση για τη χορήγηση της ιδιότητας μόνο στα παιδιά των οποίων οι γονείς είναι νόμιμοι στη χώρα. Τι αλλάζει, σε σχέση με τα παιδιά, αν οι γονείς τους δεν έχουν χαρτιά κατά την περίοδο που αυτά ενηλικιώνονται;- Δεν καλύπτει τα παιδιά που ήρθαν στην Ελλάδα με τους γονείς τους σε μικρή ηλικία και φοίτησαν στην ελληνική εκπαίδευση. Ποια πραγματική διαφορά έχουν αυτά τα παιδιά σε σχέση με τα αδέρφια τους ή τους συμμαθητές τους που πιθανόν να γεννήθηκαν εδώ; Οι ασυνόδευτοι ανήλικοι γιατί τιμωρούνται; Τα "παιδιά" που γεννήθηκαν πριν από 25 ή 30 χρόνια στην Ελλάδα γιατί εξαιρούνται;- Δεν δίνει δικαιώματα πολίτη αλλά δικαιώματα μετανάστη.Ούτε βιώσιμη είναι γιατί δημιουργεί μια νέα κατηγορία κατοίκων της χώρας σε αναλογία με τους μέτοικους της Αρχαίας Αθήνας. Οι επί μακρόν διαμένοντες δεν είναι ούτε πολίτες ούτε μετανάστες (δούλοι). Θα έχουν δικαίωμα να ψηφίζουν στις τοπικές εκλογές αλλά όχι στις εθνικές. Οσο θα περνά ο καιρός ο αριθμός τους θα αυξάνεται και θα έχουμε ουσιαστικά πολίτες τριών ταχυτήτων. Αυτό μάλλον δεν είναι ό,τι καλύτερο για την κοινωνική μας συνοχή... Το μέτρο μπορεί να θεωρηθεί ως θετικό μόνο αν περιλάβει όλα τα παιδιά των μεταναστών που μεγαλώνουν στη χώρα μας και αν προετοιμαστεί η μετάβαση προς την απόκτηση της ιθαγένειας μέσα από ασφαλείς και διαφανείς διαδικασίες».
Μίλτος Παύλου,
από το Εθνικό Παρατηρητήριο του Ρατσισμού και της Ξενοφοβίας
«Αναρωτιέται κανείς πότε επιτέλους η ελληνική πολιτεία θα καταλάβει τις προκλήσεις που βρίσκονται μπροστά της και ώς πότε θα κλοτσάει τις ευκαιρίες για μια νέα δυναμική ελληνική κοινωνία. Η τελευταία είναι "έτοιμη" από καιρό να δεχθεί μια μεταρρύθμιση του δικαίου ιθαγένειας και την ισότιμη συμμετοχή των νέων "μεταναστών", δηλαδή όσων γεννήθηκαν ή μετανάστευσαν ανήλικοι στη χώρα. Σε ποιον μπορεί να συμφέρει ο διαχωρισμός της νέας γενιάς και της νέας εργατικής δύναμης της χώρας σε γηγενείς, μακρά διαμένοντες και... μετανάστες;», επισημαίνει ο Μίλτος Παύλου από το Εθνικό Παρατηρητήριο του Ρατσισμού και της Ξενοφοβίας: «Η ευρωπαϊκή άδεια μακράς διαμονής ήταν μια καλή ευκαιρία για μια εναλλακτική λύση του χρόνιου προβλήματος της μιάμισης και της δεύτερης γενιάς. Η εφαρμογή του μέτρου όμως, όπως (δεν) σχεδιάστηκε, οδηγεί στη μακροπρόθεσμη ακύρωση των θετικών του στοιχείων, ενώ μοιάζει να στέλνει στις καλένδες την τόσο αναγκαία εισαγωγή του δικαίου του εδάφους.Οι περιοριστικοί όροι απόκτησης της άδειας αυτής από τη 2η γενιά -οι οποίοι είναι τόσο προσφιλείς στον Ελληνα νομοθέτη- δεν θα λύσουν το πρόβλημα, όπως ακριβώς και η περιοριστική νομιμοποίηση που, αποτυγχάνοντας, παρέσυρε στη δίνη της μετανάστες σε απεργία πείνας απελπισίας.Η μετανάστευση δίνει και ικανοποιεί υποσχέσεις κοσμογονίας: για τη συμβίωση, την ανάπτυξη, τη δημοκρατία των πολιτών και των δικαιωμάτων.Αλλά για να μπορεί κανείς να διακρίνει και να αδράξει τις ιστορικές της ευκαιρίες χρειάζονται δύο πράγματα: αφ' ενός να μην είναι τυφλωμένος από την άγνοια, την ημιμάθεια και τις προκαταλήψεις και αφ' ετέρου να ξεκινά από το υποκείμενο των δικαιωμάτων ως κέντρο του συλλογισμού του και να καταλήγει στο συλλογικό συμφέρον, δηλαδή υπέρ των κοινωνών σε παραγωγική και ειρηνική συμβίωση και όχι ενός αυθαίρετα προσδιορισμένου εθνικού συμφέροντος των πατριδοκάπηλων και των σφετεριστών του».
ΑΝΤΥ ΧΟΝΤΑΣ, 27 χρόνων. Τελειώνει τις σπουδές του στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο και παράλληλα δουλεύει σερβιτόρος
«Αλλος κόσμος στο σχολείο, άλλος έξω απ' αυτόν»
Μερικοί δεν θέλουν να μιλήσουν. Αλλοι από απογοήτευση: «Και τι έγινε αν δώσω μια συνέντευξη παραπάνω, θα αλλάξει τίποτα;» θα σου πουν. Μπορεί να μην είναι τόσο η έλλειψη εμπιστοσύνης όσο αυτοπεποίθησης, πάντως κοινός παρονομαστής στην επιφυλακτικότητα είναι το βίωμα μιας ρατσιστικής αντιμετώπισης, μια πληγή που ακόμη δεν λέει να κλείσει.«Είναι αλλιώς να λες ότι είσαι προλετάριος κατ' επιλογήν, να λες δεν έχω πατρίδα, έχοντας όμως διαβατήριο και τη δυνατότητα να ταξιδεύεις. Είναι αλλιώς για μας. Εμείς έχουμε ανάγκη από μια ταυτότητα. Κι εμένα που μεγάλωσα εδώ θα με πουν Αλβανή. Δεν έχω καν μια άδεια παραμονής να μπορώ να ταξιδέψω...».Η Ε. είναι ένα από τα παιδιά που μεγάλωσαν εδώ και δυσκολεύεται να μιλήσει προς τα έξω, δεν θέλει να εκτεθεί. Εχει όμως τόσα να πει για την καθημερινή απόρριψη ως «μεταμετανάστης», όπως αυτοπροσδιορίζεται, ως παιδί μεταναστών το οποίο μεγάλωσε εδώ: «Δεν μπορείς να πεις ότι είσαι Ελληνας, όχι μόνο επειδή κουβαλάς επιπλέον ταυτότητες, αλλά επειδή δεν νιώσαμε και ποτέ πολίτες εδώ ζώντας 15 χρόνια. Οι γονείς μας χωρίς δουλειά, εμείς να μην έχουμε ποτέ στα χέρια μας μια άδεια παραμονής χωρίς ένσημα. Πώς να συγκριθούμε με τους μετανάστες μια άλλης χώρας; Αν οι γονείς μου είχαν πάει οπουδήποτε αλλού, θα 'χα υπηκοότητα όχι απλώς αδεια παραμονής. Ολα στο χέρι και μάλιστα από χρόνια...». Μια απλή αλήθεια που μετατρέπεται σε κατηγορώ για μια κοντόφθαλμη εξουσία. Μια εξουσία που δεν φαίνεται να αφουγκράζεται τα παιδιά της. Η «Ε» επιχειρεί από σήμερα να δώσει τον λόγο ακριβώς σε αυτά τα παιδιά, που η πολιτεία, και όχι η κοινωνία, αρνείται.
ΑΛΒΑΝΙΑ 1997 Ημουν τότε 16 χρόνων και αποφασισμένος να αλλάξω τη ζωή μου σε μια περίοδο τότε αναταραχών για τη χώρα μου και δύσκολη για την ηλικία μου, ακολουθώντας τον δρόμο πολλών συμπατριωτών μου. Αποφάσισα να πάω να ζήσω σε μια άλλη χώρα -δεν λέω να μεταναστεύσω, διότι τότε δεν ήξερα καν τι σημαίνει αυτό- όπου η ζωή θα ήταν πολύ καλύτερη και θα μου δίνονταν πολλές ευκαιρίες.ΕΛΛΑΔΑ 1997Ημουν πια παράνομος μετανάστης σε μια χώρα που φαινόταν πολύ καλύτερη από τη δική μου, με ανθρώπους που μιλούσαν μια ξένη και πολύ δύσκολη για μένα γλώσσα. Από τα πρώτα πράγματα που έμαθα ήταν ότι έπρεπε να αποφεύγω κάθε ένστολο στον δρόμο και ότι για να επιβιώσω έπρεπε να μην ξεχωρίζω από τους ντόπιους, πράγμα πολύ δύσκολο τότε, παρά τις προσπάθειές μου να μιμηθώ το ντύσιμό τους, την προφορά τους και το κάθε τι που νόμιζα ότι θα με βοηθούσε να ενταχθώ καλύτερα σ' αυτήν την κοινωνία. Και εκεί που νόμιζα ότι κάτι είχα καταφέρει, ερχόταν η απογοήτευση. Μόλις μιλούσα σε κάποιον η προφορά μου με πρόδιδε, το όνομά μου προκαλούσε σύγχυση και έφερνε αμέσως μετά την ερώτηση «εφιάλτη» για μένα, «από πού είσαι», στο άκουσμα της οποίας είχα αυτό το συναίσθημα που μου είναι δύσκολο να περιγράψω, γιατί είναι ένα μίγμα οργής, απογοήτευσης, δυσφορίας. Πάνω απ' όλα με εκνεύριζε το γεγονός ότι το καλύτερο που μπορούσα να περιμένω από αυτούς τους ανθρώπους ήταν να με λυπούνται! Τα τρία πρώτα χρόνια στην Ελλάδα ήταν λίγο-πολύ απογοητευτικά: μαύρη εργασία, προκατάληψη, άρνηση από τους ντόπιους, καταδιωγμένοι από την Αστυνομία παρότι θεωρητικά νόμιμοι, καχυποψία παντού στο άκουσμα της λέξης «Αλβανός». Ντρεπόμουν για την καταγωγή μου. Τότε ήταν που αποφάσισα να αλλάξω κάτι στη ζωή μου και να συνεχίσω το σχολείο μετά από 4 χρόνια που το είχα παρατήσει, να τελειώσω τουλάχιστον τη μέση εκπαίδευση. Εκεί, στο 5ο Λύκειο Εξαρχείων, είδα μια άλλη Ελλάδα, που άρχισε να μου αρέσει. Οι καθηγητές μού φέρονταν καλά, εκτιμούσαν τις προσπάθειές μου και με βοήθησαν πολύ, όχι μόνο στα μαθήματα και στο σχολείο, αλλά και έξω από αυτό, όπου η ζωή ήταν διαφορετική. Ηταν σαν να ζούσα σε δύο κόσμους διαφορετικούς: το σχολείο και το περιβάλλον έξω από αυτό. Και μου άρεσε τόσο πολύ το σχολείο τότε, που λυπόμουν όταν ερχόταν η ώρα να φύγω και να πάω μετά για δουλειά. Οι φιλίες που έκανα, οι εκδρομές, οι περίπατοι, οι άνθρωποι που γνώριζα είχαν αρχίσει να αλλάζουν τη ζωή μου. Και εκεί που νόμιζα ότι όλα βαίνουν καλώς, έρχεται η στιγμή της ανανέωσης της άδειας παραμονής μου στην Ελλάδα. Μετά τις ατελείωτες ουρές και τις βρισιές των σεκιουριτάδων στα γραφεία αυτά, η υπεύθυνη μου λέει ότι δεν δικαιούμαι άδεια παραμονής, γιατί τα ένσημα που έχω δεν είναι αρκετά, ώστε να πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου, ο οποίος ορίζει ένα συγκεκριμένο αριθμό ημερών ασφάλισης τον χρόνο για να μπορείς να διαμένεις νόμιμα στη χώρα. Και τι που προσπάθησα να εξηγήσω ότι τον τελευταίο χρόνο πήγαινα σχολείο και οι δουλειές που έκανα για να συντηρηθώ ήταν περιστασιακές και τις περισσότερες φορές χωρίς ασφάλιση (τότε δούλευα σαν διανομέας, οικοδομή με τον θείο μου όταν είχε δουλειά και ό,τι άλλο έβρισκα και βόλευε τα ωράριά μου). Οι βεβαιώσεις από το σχολείο που μου έδινε ο λυκειάρχης, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται και ο ίδιος για την περίπτωσή μου, δεν σήμαιναν τίποτα στα μάτια των υπαλλήλων των γραφείων αυτών. Το θέμα είχε γίνει γνωστό σε όλους τους καθηγητές του σχολείου και πολλούς συμμαθητές, που με υποστήριζαν. Ανάμεσα σε αυτούς, μια καθηγήτρια αποφάσισε να πάει η ίδια στα γραφεία, μήπως έχει καλύτερη αντιμετώπιση. Σύμφωνα με όσα της είπαν, διαπιστώνει ότι ο νόμος δεν προβλέπει τέτοιες περιπτώσεις σαν τη δική μου. Αποφασίζουν, τότε, ερχόμενοι σε επαφή και με άλλους ανθρώπους που είχα γνωρίσει και με είχαν συμπαθήσει, να βρουν μια λύση μέσω των «κυκλωμάτων των δικηγόρων», που ασχολούνται με το -επικερδές γι' αυτούς- ζήτημα των μεταναστών. Μου σύστησαν ένα δικηγόρο, ο οποίος υποσχέθηκε να βρει λύση στο πρόβλημά μου έναντι ενός διόλου ευκαταφρόνητου ποσού, το οποίο φυσικά δεν είχα. Ετσι η καθηγήτρια αυτή, ζητώντας τη συμβολή και των υπολοίπων καθηγητών και μερικών άλλων ανθρώπων, μαζεύει και μου δίνει τα χρήματα που απαίτησε ο δικηγόρος για να λύσει το πρόβλημά μου. Δεν γνωρίζω πώς και πού πήγαν όλα αυτά τα χρήματα. Τότε άλλωστε δεν μ' ενδιέφερε κιόλας. Σημασία είχε που είχα πάρει την άδεια παραμονής για ακόμη ένα χρόνο, χάρη στην οποία μπόρεσα να συνεχίσω να ζω νόμιμα σε αυτή τη χώρα. Κατάλαβα όμως ότι η θέση μου σε αυτή την κοινωνία δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου, απλά αντί για την άρνηση των ανθρώπων της, τώρα αντιμετώπιζα την άρνηση του κράτους. Το μόνο που εύχομαι να μου μείνει από αυτή την ιστορία είναι η αιώνια ευγνωμοσύνη γι' αυτούς τους ανθρώπους που με βοήθησαν, μου συμπαραστάθηκαν και μου έδωσαν ελπίδες για να συνεχίσω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: