Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Η παρέλαση του εθνικισμού

Πρόκειται για έναν καθαρά στρατιωτικό θεσμό, οποίος έλαβε το σύγχρονό του χαρακτήρα την εποχή της συγκρότησης των εθνικών κρατών. Όμως προϋπήρχε αυτών κατά έναν τρόπο. Σε καιρό πολέμου οι στρατοί, όταν εισέρχονται σε μια πόλη είτε ως απελευθερωτικοί είτε ως κατοχικοί, πάντα παρελαύνουν. Με αυτό τον τρόπο καθιστούν τόσο συμβολικά όσο και πραγματικά ορατή στον καθένα κάτοικο αυτής πόλης την βάση της νέας εξουσίας. Ο λαός καλείται είτε να επευφημήσει είτε να κρυφτεί, ανάλογα πάντα την περίσταση. Η ζωντανή συμμετοχή του λαού σε αυτήν την δημόσια τελετή δημιουργεί την απαραίτητη συναίνεση, αναγνώριση, αποδοχή, συμβολή στο νέο καθεστώς. Για αυτό ουσιαστικά η παρέλαση δε νοείται χωρίς κοινό. Σε καιρό ειρήνης, οι στρατοί με την εορταστική παρέλαση ουσιαστικά επιβεβαιώνουν και υπενθυμίζουν αυτόν τον ρόλο. Την εποχή των μοναρχιών καταδείκνυαν ότι η εξουσία και το κράτος ταυτίζονται με τον βασιλιά ο οποίος φέρει και το αποκλειστικό προνόμιο της βίας όντας ο αρχηγός του δικού του στρατού.
Την εποχή των εθνικών κρατών, ο στρατός αλλάζει περιεχόμενο και ιδεολογία. Παύει να είναι μισθοφορικός και γίνεται εθνικός. Ο στρατός αποτελείται από τους ίδιους τους πολίτες και φυσικά από την άρρενα νεολαία. Συμβολίζει την ελευθερία του έθνους και όχι την σκλαβιά. Το κοινό τώρα στις παρελάσεις δε βλέπει στον στρατό τη μοναρχική εξουσία, έναν εξωτερικό μηχανισμό, αλλά βλέπει τους παρελαύνοντες να προέρχονται από τις δικές του τάξεις του. Άρα οι παρελάσεις συμβολίζουν πλέον κάτι πιο ουσιαστικό. Τη στιγμή που το έθνος επευφημεί, επευφημεί τον ίδιο του τον εαυτό. Και αυτή είναι η τεράστια τομή που επέρχεται με τα έθνη. Με τον εθνικισμό οι άνθρωποι και οι λαοί παύουν να θαυμάζουν και να λατρεύουν τη θρησκεία και τη μοναρχία, αλλά τη δική τους εικόνα. Την εθνική τους εικόνα με τον τρόπο που οι ίδιοι της δίνουν πλέον περιεχόμενο και νόημα ως έθνος. Η θρησκεία, η μοναρχία και η πολιτεία υποτάσσονται στη βούληση του έθνους και απλά είναι μέσα και όργανα πραγμάτωσης του.
Οι στρατιωτικές παρελάσεις ως δημόσια τελετή με αυτόν τον τρόπο μετασχηματίζονται σε μια δημόσια κοσμική εκδήλωση λατρείας του έθνους προς τον εαυτό του. Είναι η στιγμή της φαντασιακής του, αλλά και υλικής, του πραγμάτωσης. Συμβαίνει παντού σε κάθε πόλη την ίδια στιγμή και την ίδια ώρα, όλοι οι πολίτες συντονισμένοι συμμετέχουν, είναι κοινωνοί αυτής της πραγμάτωσης είτε ως παρόντες ως ακροατές ή τηλεθεατές. Το πιο σημαντικό βέβαια, και αυτό που είναι και η πεμπτουσία του εθνικισμού, εκείνη τη στιγμή, την ιερή στιγμή της παρέλασης, «ξεχνιούνται» όλες οι εσωτερικές διαφορές και διχόνοιες. Το κοινό είναι διαταξικό και το έθνος υπερταξικό.
Τέλος, οι στρατιωτικές παρελάσεις γίνονται ημέρες εθνικής εορτής, όπως π.χ. 25η Μαρτίου, 28η Οκτωβρίου κ.α.. Η πάνδημη και πανεθνική εορτή τους, η αναγνώρισή τους από όλα τα κόμματα, ακόμα και από τους αριστερούς, υποδηλώνει το κοινό εθνικό παρελθόν, το οποίο παρουσιάζεται ως ηρωικό και εξιδανικευμένο, και την κοινή ιστορική διαδρομή, η οποία ενώνει αναγκαστικά όλους. Η υπενθύμιση αυτή υποδεικνύει φυσικά το κοινό μέλλον, το οποίο πρέπει να εξελιχθεί δίχως τις κακές παλιές διχόνοιες για να μπορέσουμε ξανά να πετύχουμε αντίστοιχες ηρωικές εθνικές επιτυχίες. Το μήνυμα της κάθε εορτής προσαρμόζεται και ερμηνεύεται κατά το δοκούν με βάση τα σύγχρονα διακυβεύματα. Οι στρατιωτικές παρελάσεις λοιπόν συνιστούν καθοριστικό στοιχείο στη συγκρότηση και τη λειτουργία των εθνών, στην εφαρμογή των εθνικισμών.
Στην Ελλάδα όμως εκτός από τον στρατό συμμετέχουν στις παρελάσεις οι μαθητές, αλλά και όχι μόνο. Συμμετέχουν οι Πρόσκοποι και οι Οδηγοί, Αντιστασιακοί, Πολιτιστικοί και Τοπικοί Σύλλογοι με τις παραδοσιακές φορεσιές των τόπων καταγωγής τους. Με αυτόν τον τρόπο η συμμετοχή του έθνους στις εορτές του γίνεται πιο καθολική, περισσότερο κοσμική, αφού μιλάμε για μη ένοπλους, περισσότερο εγγύτερα στον καθέναν. Το διαταξικό κοινό που ισούται με υπερταξικό έθνος θαυμάζει τα δικά του παιδιά στην κυριολεξία. Το έθνος καταφέρνει να εντάσσει στον εθνικό αυτοθαυμασμό, αυτολατρεία και αυτοπερηφάνεια την ατομική αγάπη και θαυμασμό που έχει ο κάθε γονιός για το παιδί του. Έτσι, οι γονείς και οι συγγενείς βλέπουν στο παιδί τους, στους συμμαθητές του και στα παιδιά των γειτόνων τους, δηλαδή τους δικούς τους απογόνους και την δική τους προέκταση, ταυτόχρονα ως το μέλλον του ελληνικού έθνους. Το φαντασιακό στοιχείο της εθνικής λατρείας χαμηλώνει στην μικροκλίμακα του ατόμου και γίνεται λιγότερο φαντασιακό. Άρα η ταύτιση, το συναίσθηση της συμμετοχής στο έθνος είναι πιο δημοκρατικό, πιο καθολικό, περισσότερο απτό και ισχυρό ως συναίσθημα, πίστη και συνείδηση.
Επίσης, ο θεσμός των παρελάσεων χωρίς τη συμμετοχή του στρατού και κυρίως με τη συμμετοχή των μαθητών χάνει το πολύ έντονο πολεμοχαρές στοιχείο του. Γιατί μπορεί μεν να διαχέεται ο μιλιταρισμός στην κοινωνία, αλλά σήμερα τουλάχιστον σε πολλές περιπτώσεις χάνει εντελώς το στοιχείο αυτό, ιδιαίτερα σε μη κεντρικές παρελάσεις, με την ανοχή όλων. Δηλαδή πολύ λίγοι μαθητές ακολουθούν τον βηματισμό και το τυπικό. Μένει λοιπόν μόνο το στοιχείο του θαυμασμού και της λατρείας. Η συμμετοχή των αντιστασιακών, ειδικά του ΕΑΜ λειτουργεί ενοποιητικά στη συνείδηση, οι παλιές έχθρες λησμονιούνται, το έθνος παρουσιάζεται ενωμένο. Οι Πολιτιστικοί σύλλογοι με το ιδιαίτερο τοπικό χρώμα εντείνει το στοιχείο της ενσωμάτωσης στο έθνος των ιδιαίτερων τοπικών παραδόσεων. Έχει και αυτό τη δική του σημασία, καθώς οι τοπικές αντιθέσεις υπήρχαν και συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα στην ελληνική κοινωνία. Πολλές φορές η φτώχεια ή ισχύ στους πληθυσμούς κάποιων γεωγραφικών περιοχών συγκροτούν τοπικές συνειδήσεις εν δυνάμει εχθρικές προς το ενιαίο έθνος. Πρέπει να υπενθυμίζεται η συμμετοχή τους στην εθνική ενότητα. Για αυτό το λόγο σε περιοχές με έντονο τοπικιστικό παρελθόν και παρόν, π.χ. Κρήτη, Μακεδονία, κλπ. δίνεται πολύ μεγάλη σημασία σε ιδιαίτερες τοπικές εθνικές εορτές, οι οποίες τιμώνται με μαθητικές παρελάσεις.

Ποια είναι όμως η ιστορική πορεία των παρελάσεων μη στρατιωτικών σωμάτων;
Οι μαθητικές παρελάσεις είναι ένας θεσμός, ο οποίος ως γνωστό, εγκαθιδρύθηκε στην Ελλάδα από τη δικτατορία του Μεταξά μέσα στα φασιστικά πλαίσια. Με τον φασισμό ο εθνικισμός, η λατρεία με θρησκευτικούς όρους του έθνους ως συλλογική αυτοεικόνα της κοινωνίας φτάνει στην κορύφωση. Ο φασιστικός ολοκληρωτισμός δεν μπορεί να αναγνωρίσει ουδέτερες ζώνες στην καθημερινή ζωή. Η κοινωνία ταυτίζεται απόλυτα με το έθνος και το έθνος με το κράτος. Συνεπώς κάθε λεπτομέρεια της ανθρώπινης καθημερινότητας οφείλει να γίνεται και να νοείται ως στρατευμένη. Οι ταξικές διαφορές πρέπει να καταργηθούν και η κοινωνία να λειτουργεί ως ενιαίο σώμα με αρχηγό-κεφαλή και μέλη που επιτελούν συγκεκριμένες λειτουργίες. Εάν λοιπόν στο φιλελεύθερο αστικό μοντέλο ο μύθος δεν αναγνώριζε την ύπαρξη τάξεων, στο φασιστικό αστικό μοντέλο ο μύθος ήθελε τις τάξεις να συνεργάζονται. Το μεταξικό καθεστώς υπόσχεται κράτος κοινωνικής πρόνοιας στις εργατικές τάξεις με αντάλλαγμα την υποταγή και την εργασία τους, ενώ στο κεφάλαιο κάποιες μικρές υποχωρήσεις με κέρδος την ηρεμία, την τάξη και την ασφάλεια. Οι κορπορατιστικές μεταξικές φαντασιώσεις του Τρίτου ελληνικού Πολιτισμού, δηλαδή του ελληνοχριστιανικού, χρειάζονται και επιβάλλουν την ύπαρξη των αντίστοιχων δημόσιων τελετών που θα υποδηλώνουν την ενεργή ειρηνική συμμετοχή των τάξεων ως τμημάτων του εθνικού σώματος. Στις παρελάσεις και στις δημόσιες τελετές δεν παρελαύνουν μόνο οι στρατιωτικές μονάδες, αλλά τα εργατικά σωματεία με πανό που γράφουν «Προχώρει Μεγάλε Κοινωνικέ Μεταρρυθμιστά, Η εργατοϋπαλληλική τάξις αγρυπνεί στο πλευρό σου», κρατώντας στα χέρια τα σύμβολα ο καθένας του επαγγέλματός του, σώματα αγροτών με αξίνες και κασμάδες, σώματα μαθητών, μελών της ΕΟΝ, των προσκόπων, απομάχων στρατιωτικών, Παλαιών Πολεμιστών, Αναπήρων Πολέμου, μέλη των εργοδοτικών συντεχνιών, μέλη των γυναικείων οργανώσεων. Πλέον δεν υπάρχει κοινωνική κατηγορία που να μην αντιπροσωπεύεται στις παρελάσεις, να μην αναγνωρίζεται ως ίσο και ισοδύναμο, ως οργανικό και λειτουργικό τμήμα του ελληνικού έθνους. Η εργατική τάξη, ο νέος μεγάλος εχθρός του μεσοπολεμικού αστισμού και αστικού εθνικισμού, αναγνωρίζεται επίσημα πλέον και εντάσσεται ως ισότιμο εθνικό μέρος. Η διάκριση κοινού και παρελαυνόντων καταργείται, αφού ο καθένας θα μπορούσε να είναι μέσα ή έξω. Ο καθένας μπορεί να αναγνωρίσει στα παρελαύνοντα τμήματα τον εαυτό του τον ίδιο τόσο συμβολικά όσο και πραγματικά και να αισθανθεί την εθνική ολοκλήρωση να λατρέψει και να πιστέψει το έθνος και να νιώσει ο ίδιος κομμάτι του. Εξάλλου βλέπει τους συναδέλφους του να παρελαύνουν μαζί με τους εργοδότες του, τα παιδιά του, την πολιτική ηγεσία κλπ.
Εδώ έχει μια σημασία να επισημανθεί ότι η κορπορατιστική αυτή συμμετοχή των παραγωγικών τάξεων σε παρελάσεις δεν ήταν άγνωστη στην ελληνική κοινωνία. Όλο τον μεσαίωνα οι εργατικές τάξεις και μέχρι το μεσοπόλεμο, χωρισμένες σε συντεχνίες, συμμετείχαν ενεργά στις θρησκευτικές εορτές. Εξάλλου κάθε συντεχνία είχε τον προστάτη άγιο και γιόρταζε την ημέρα του. Ο εργάτες-τεχνίτης λατρεύοντας τον Άγιο λάτρευε την τέχνη του και τελικά την ομάδα του και τον ίδιο. Η συντεχνία καταξιωνόταν για τη συνολική προσφορά στην κοινότητα και η συμμετοχή με τα θρησκευτικά λάβαρα στις θρησκευτικές λιτανείες υποδήλωνε την σφιχτή αυτή οργανική σχέση. Τώρα ο συμβολισμός αλλάζει. Η εργασία και όχι η τέχνη στρατεύεται και λατρεύεται για τη στρατευμένη συμμετοχή της στην υπόθεση του έθνους. Ο εργάτης αποθεώνται και αυτολατρεύεται για αυτόν τον ρόλο του. Μια όχι μακρινή παράδοση μετασχηματίζεται από τον φασισμό.
Μεταπολεμικά ο θεσμός των παρελάσεων αλλάζει. Οι παραγωγικές τάξεις φεύγουν και μένουν μόνο οι μαθητές, τα στρατιωτικά σώματα, οι πρόσκοποι και οι απόμαχοι. Τώρα η τελετή σημαίνει καθαρά συμμετοχή στο αντικομμουνιστικό έθνος. Αυτοί που απορρίπτονται είναι τα μιάσματα, οι προδότες. Οι μαθητές και η νεολαία πρέπει να είναι στρατευμένοι στα ελληνοχριστιανικά ιδανικά, στον δυτικό ελεύθερο κόσμο, στην πατρίδα και την θρησκεία. Οι παρελάσεις σηματοδοτούν τη λατρεία του εθνικού μίσους. Κατά την δεκαετία του 1980, οι παρελάσεις της Αλλαγής αλλάζουν περιεχόμενο και συμβολίζουν την εθνική ενότητα με ένα πλέον δημοκρατικό, αριστερό περίβλημα. Τα μιάσματα του χθες αναγνωρίζονται ως αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος και του παρελθόντος. Οι παρελάσεις λοιπόν ως εθνική τελετουργία είναι η στιγμή που φανερώνεται και καθορίζεται το επίσημο και αποδεκτό περιεχόμενο του έθνους. Εκεί φαίνεται ποιοι είναι αποδεκτοί και ποιοι είναι εκτός του ελληνικού έθνους. Στις παρελάσεις οι ορισμοί και οι θεωρίες περί έθνους βρίσκουν την εφαρμογή τους.
Μια «εθνική εορτή» θεσπίζεται σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία με σκοπό να λάβει και να αναδείξει ένα ιδιαίτερο συμβολικό πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο. Το μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς επινοεί συνειδητά την επέτειο του «ΟΧΙ». Στόχος να συνδεθεί με μια ηρωική αφήγηση αντίστασης απέναντι στον κατακτητή διεκδικώντας έναν θετικό εθνικό ρόλο που η εχθρική αριστερά κατείχε μεχρι τότε σχεδόν μονοπωλιακά. Βάζοντας, λοιπόν, τον Μεταξά να λέει «ΟΧΙ», ταυτίζει τον ίδιο το δικτάτορα και το καθεστώς του με την ηρωική «ΝΙΚΗ» απέναντι στον κατακτητή, τον εμφανίζει εκφραστή των συναισθημάτων συσσώμου του ελληνικού έθνους, να το καθοδηγεί νικηφόρα. Ως εκ τούτου, ο δικτάτορας και το καθεστώς «αποφασιστικοποιούνται» και εξωραϊζονται, αποκτούν παλλαϊκή υποστήριξη. Το ηρωικό «ΟΧΙ» Μεταξά και νικητών φαντάρων αναδεικνύεται σε ένα ισχυρό συμβολικό ισοδύναμο απέναντι στην «Εθνική Αντίσταση» της αριστεράς, η οποία υποβαθμίζεται και αποσιωπάται⋅ ενσωματώνεται χρήσιμα στον εθνικό και αντικομμουνιστικό λόγο, με ένα διαφορετικό πια αντιστασιακό χαρακτήρα. Το μετεμφυλιακό κράτος επινοώντας την επέτειο του «ΟΧΙ» κατασκευάζει τη δική ιστορία του καθώς κατασκευάζει πολιτική συνάφεια με ένα ηρωικό παρελθόν. Ταυτόχρονα, ο «Εθνικός Στρατός» ως νικητής εξίσου του φασισμού και του «κομμουνιστοσυμμοριτισμού» ενισχύεται με μια ιδεολογική και συμβολική υπεροχή ώστε να καταλάβει κεντρικό πολιτικό και ιδεολογικό ρόλο στο κράτος και την κοινωνία. Το «ελληνικό έθνος» αντιμάχεται εξίσου τον φασισμό και τον κομμουνισμό υπερασπίζοντας την ελευθερία του δυτικού καπιταλιστικού κόσμου. Τέλος, το «ΟΧΙ» συμβολίζει την εθνική ενότητα κάτω από την ηγεσία των εθνικών αρχόντων. Με τον ίδιο τρόπο το μετεμφυλιακό καθεστώς καλεί το λαό να υποταχθεί στον «εθναρχικό ρόλο» πρώτα του Παπάγου και στη συνέχεια του Καραμανλή.
Μέσα σε κάθε υπαρκτή εθνική φαντασιακή κοινότητα διαμορφώνονται παρεκκλίνουσες από την κυρίαρχη εκδοχές του εθνικού χαρακτήρα, των εθνικών συμβολισμών, της εθνικής ιστορικής αφήγησης. Διαφορετικές εχθρικές πολιτικές και ταξικές στρατηγικές διαμορφώνουν σε κάθε ιστορική συγκυρία μια διαφορετική εκδοχή για το παρόν και τελικά για το παρελθόν της συγκεκριμένης εθνικής κοινότητας. Ως εκ τούτου, η αριστερά και το εργατικό κίνημα διαμορφώνουν τη δική τους διαφορετική ερμηνεία του παρελθόντος με το βλέμμα στραμμένο στους «από κάτω», στους εργαζόμενους και στο λαό, στις γυναίκες, τους άντρες και τη νεολαία, όχι ως παθητικά, αλλά ως ενεργά υποκείμενα που παρεμβαίνουν πολιτικά και καθορίζουν τις ιστορικές εξελίξεις. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, κάθε επέτειος είναι δυνατόν να επενδύεται με πολυμορφικές και πολύσημες εκδοχές. Για την αριστερά η επέτειος του ΌΧΙ συνιστά μια αφορμή για να καταδειχθεί ο αγώνας του ελληνικού λαού να υπερασπιστεί τον τόπο-πατρίδα του, τη ζωή του, τις οικογένειές του, την ελευθερία του απέναντι στο φασισμό του Μουσολίνι. Και αυτός ο αντιφασιστικός πόλεμος στα βουνά της Πίνδου έχει τις πολιτικές και ιδεολογικές ρίζες του στην πάλη ενάντια στον φασισμό του Μεταξά και τον αυταρχισμό των μεσοπολεμικών βενιζελικών κυβερνήσεων, ενώ αποτέλεσε βασική προϋπόθεση για τον αντιφασιστικό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και, τέλος, του Δημοκρατικού Στρατού.
Σήμερα ο θεσμός των παρελάσεων και ταυτόχρονα η εθνική γιορτή λαμβάνει ένα νέο διακύβευμα, που είναι και το σύγχρονο εθνικό διακύβευμα. Συνδέεται με τη θέση των μεταναστών στο ελληνικό έθνος. Στο σημείο αυτό αντιπαρατίθενται δύο εθνικιστικές απόψεις. Μία που δεν αποδέχεται την ισότιμη θέση των μεταναστών μέσα στον εθνικό κορμό, άρα και αυτοί δε δικαιούνται να σηκώνουν το τιμημένο εθνικό λάβαρο. Μια άλλη που θέλει να εντάξει, να ενσωματώσει και τελικά να ελληνοποιήσει τους μετανάστες. Η δεύτερη, αν και φαντάζει λιγότερο ακραία, δεν είναι λιγότερο ταξική, γιατί το διακύβευμα ουσιαστικά είναι με ποιους όρους θα είναι οι μετανάστες αντικείμενο ταξικής εκμετάλλευσης. Οι μεν τους θέλουν υποταγμένους χωρίς κανένα δικαίωμα, οι δε τους θέλουν υποταγμένους με δικαιώματα, αλλά και με όρους. Οι όροι αυτοί είναι να βαφτιστούν χριστιανοί, να μιλάνε τα ελληνικά, να έχουν ελληνική συνείδηση. Να εξελληνιστούν. Την ίδια στιγμή οι οικονομικοί και θεσμικοί όροι παραμονής τους στη Ελλάδα παραμένουν εξαντλητικοί και σχεδόν βάρβαροι.
Η καθεστωτική αριστερά απέναντι σε αυτό το ερώτημα προβάλλει δυο απαντήσεις. Η μία που προέρχεται από το ΚΚΕ ουσιαστικά είναι μια δημοκρατικότερη εκδοχή της ενσωμάτωσης με όρους ταξικού πατριωτικού γιακωβινισμού. Οι μετανάστες πρέπει να υιοθετήσουν τον δημοκρατικό πατριωτισμό, να γίνουν κομμάτι του ελληνικού εργαζόμενου λαού και να δρουν για το καλό του τόπου. Το έθνος εδώ ταυτίζεται αποκλειστικά με τα λαϊκά στρώματα και την εργατική τάξη. Στην πραγματικότητα το μοντέλο αυτό δε λειτουργεί ούτε έτσι. Γιατί ο εθνικισμός διαπερνάει τη βάση του ΚΚΕ και γιατί οι μετανάστες δε θέλουν να γίνουν έλληνες.
Η άλλη που προέρχεται από τον ΣΥΝ παρουσιάζεται αντιεθνικιστική και ριζοσπαστική. Αναφέρεται στην ανάγκη της κατάργησης των παρελάσεων. Αυτό όμως δεν γίνεται ειδωμένο από μια ταξική ματιά, αλλά από μια κοσμοπολίτικη πολυπολιτισμική. Η κάθε μεταναστευτική εθνότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται ισότιμα και να αναγνωρίζεται η ιδιαιτερότητά της. Οι Αλβανοί, οι Πακιστανοί κλπ πρέπει να συνυπάρχουν μαζί με τους Έλληνες. Άρα οι παρελάσεις πρέπει να καταργηθούν γιατί ακριβώς υποδηλώνουν-συμβολίζουν-πραγματώνουν την εθνική καταπίεση των μεταναστευτικών μειονοτήτων. Στην πραγματικότητα όμως η καταπίεση είναι πρωτίστως ταξική. Η αποδοχή και η διαιώνιση των εθνοτικών διαχωρισμών όχι μόνο δεν μπορεί να αναιρέσει την εκμετάλλευση, αλλά θα τη διατηρεί βιωμένη όχι ως ταξική, αλλά ως εθνοτική. Δηλαδή οι έλληνες-αφεντικά θα εκμεταλλεύονται τους αλβανούς-εργάτες και οι έλληνες-εργάτες θα ταυτίζονται με τη δική τους πολιτισμική κοινότητα που είναι η ελληνική. Η ειρηνική συνύπαρξη με αυτούς τους όρους όχι μόνο αποτελεί τελικά ουτοπία, αλλά τελικά θα προκαλεί και τον εθνικισμό. Οι ταξικές εντάσεις θα εμφανίζονται με εθνικιστικό περίβλημα: έλληνες εναντίον αλβανών και πακιστανών.
Συνεπώς, η ματιά-απάντηση ενός ρεύματος που θέλει να θέσει το ερώτημα της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης δεν μπορεί παρά είναι για το ζήτημα των παρελάσεων και τελικά για το ζήτημα του έθνους ταξική και παράλληλα διεθνιστική. Οι παρελάσεις συμβολίζουν την εθνική συναίνεση, την κοσμική λατρεία του έθνους, συμβολίζουν την ταξική εκμετάλλευση των μεταναστών με όρους εθνικούς. Πρέπει να καταργηθούν από την αυτήν την πλευρά.

Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 26.10.2008

www.nar4.wordpress.com

http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=919307

Δεν υπάρχουν σχόλια: